Μέχρι τα… πέρατα της γης «ταξιδεύουν» η λεβάντα και το ροδέλαιο του Συνεταιρισμού Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών Βοΐου

Με ελληνική λεβάντα και ροδέλαιο χαλαρώνουν στις αραβικές χώρες, ενώ τα φημισμένα για την ποιότητά τους προϊόντα του Συνεταιρισμού Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών Βοΐου είναι έτοιμα να «κατακτήσουν» τις αγορές της Ρωσίας και των ΗΠΑ, μεγάλες βιομηχανίες των οποίων έχουν εκδηλώσει σχετικό ενδιαφέρον.

Και μπορεί οι διαθέσιμες ποσότητες να μην επαρκούν προς το παρόν, αλλά στο προσεχές μέλλον οι Έλληνες παραγωγοί εκτιμάται πως θα μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγοράς, όπως εξήγησε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η υπεύθυνη πωλήσεων του Συνεταιρισμού Μαρία Πουτογλίδου.

«Δυστυχώς, για τη φετινή σπορά, οι γείτονές μας Βούλγαροι κατάφεραν τελικά να μας στείλουν μόνο 60.000 ρίζες βιομηχανικού τριαντάφυλλου της ρόζας δαμασκηνής (rosa damascena), ενώ εμείς ζητήσαμε 100.000 […} για να καταφέρουμε να είμαστε αυτάρκεις και συνεπείς με τους υπεράριθμους ενδιαφερόμενους για τα προϊόντα μας, επιστημονικό δυναμικό ήδη ετοιμάζει το σχετικό μόσχευμα έτσι ώστε να αυξήσουν την παραγωγής τους όσοι ήδη ασχολούνται με την καλλιέργεια του συγκεκριμένου είδους, αλλά και να ενταχθούν ακόμα περισσότεροι, που περιμένουν καρτερικά να πιάσουν δουλειά» επισημαίνει η κ. Πουτογλίδου.

Εν μέσω οικονομικής κρίσης, η ανεργία έχει καταφέρει σκληρό πλήγμα στην περιφέρεια – και όχι μόνο – αλλά στο Βόιο Κοζάνης, όπως λέει η υπεύθυνη πωλήσεων του τοπικού Συνεταιρισμού Αρωματικών και Φαρμακευτικών Φυτών, «με τη βοήθεια της Παναγιάς και αφού υπερβήκαμε τον σκόπελο του να βολευτούμε σε μια θέση στο δημόσιο, νέοι και νέες, μέχρι και 30 χρόνων, κάτοχοι μάλιστα και πτυχίων οικονομικών, νομικής ή και γεωπονικής, περιμένουν την πρώτη ύλη για να ξεκινήσουν δουλειά!».

Λεβάντα – μια «κυρία» ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας των χειλανθών Αναφορικά με την καλλιέργεια λεβάντας, η κ. Πουτογλίδου τόνισε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι φέτος είναι η τρίτη χρονιά ενασχόλησης των 30 παραγωγών στην περιοχή, επισημαίνοντας ότι ήδη καλλιεργούνται 100 στρέμματα της ποικιλίας hemus, που – όπως μας επισήμανε – δεν καλλιεργείται πουθενά αλλού στην Ελλάδα και είναι εφάμιλλη της γαλλικής, μιας από τις καλύτερες στον κόσμο.

Σε ό,τι αφορά τη διάθεση του ελαίου, κάθε στρέμμα δίνει 300 με 400 κιλά άνθη, η απόσταξη των οποίων αποφέρει οχτώ κιλά λάδι. Οι παραγόμενες ποσότητες καλύπτουν τη ζήτηση σε όλη την ελληνική επικράτεια, ενώ ποσοστό αυτών αποστέλλεται και στην Κύπρο, όπου υπάρχουν τρία σημεία πώλησης, εκ των οποίων το ένα διοχετεύει το προϊόν και στις αραβικές χώρες.

Η λεβάντα είναι μια «κυρία» ανάμεσα στα μέλη της οικογενείας των χειλανθών. Το άρωμά της είναι ένα από τα ευγενέστερα της φύσης και το όνομά της προέρχεται από το ιταλικό «lavare» (δηλαδή πλένω – καθαρίζω).

Η άγρια λεβάντα κατάγεται από την Περσία και τη Νότια Γαλλία, όπου φύεται σε ορεινές πλαγιές και σε μεγάλο υψόμετρο. Αγαπά τα πετρώδη και άγονα εδάφη, ευδοκιμώντας σε μέρη που λίγα φυτά επιβιώνουν. Αψηφώντας τους βαρείς χειμώνες, «ξεδιπλώνει», κάθε καλοκαίρι, τα υπέροχα μπλε άνθη της, μαγεύοντας την περιοχή με το θείο άρωμά τους.

Σε υψόμετρο 900-1800μ. ευδοκιμούν δύο είδη άγριας λεβάντας: Lavandula officinalis και η Lavandula angustifolia. Η πρώτη είναι ένα πολύτιμο «διαμάντι» της φύσης και δίνει το καλύτερο αιθέριο έλαιο. Έχει το πιο ευγενές άρωμα και τις περισσότερες – αναρίθμητες – σχεδόν θεραπευτικές ιδιότητες. Το αιθέριο της έλαιο είναι άριστης ποιότητας και συναντάται σπάνια στο εμπόριο. Ονομάζεται «Lavandulae extra» ή «Lavande offendis extra». Το δεύτερο είδος, η Angustifolia, είναι ένα φυτό πιο μεγάλο και με πιο πλούσια ανθοφορία.

Η συγκομιδή και επεξεργασία των ανθέων αυτών των δυο συγγενικών φυτών γίνεται κάθε χρόνο – Ιούλιο και Αύγουστο – με το χέρι. Λίγοι είναι πια οι άνθρωποι που ανεβαίνουν κάθε καλοκαίρι στις ορεινές και βραχώδεις αυτές πλαγιές για να συλλέξουν τα μυρωδάτα άνθη. Τα φορτώνονται στη πλάτη τους και τα κατεβάζουν με τα πόδια στην κοιλάδα, όπου διυλίζεται το υπέροχο αυτό αιθέριο έλαιο.

“Καταλαβαίνει εύκολα κάποιος, λοιπόν, γιατί το πολύτιμο αυτό έλαιο είναι σπάνιο και πολύ ακριβό” μας εξηγεί η κ. Πουτογλίδου.

Επειδή, όμως, το άρωμα της λεβάντας είναι ένα από τα πιο αγαπημένα, λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο φτιάχτηκε ένα τρίτο είδος λεβάντας. Η λεγόμενη Lavandin, διασταύρωση της άγριας λεβάντας των γαλλικών βουνών και της ισπανικής «Lavandula latifolia». Το είδος «Lavandin» είναι υβρίδιο και συνήθως καλλιεργείται το κλωνοποιημένο είδος «Lavandin Grosso». Το προσόν αυτής της λεβάντας είναι η πλούσια ανθοφορία της και η δυνατότητα μαζικής καλλιέργειας στις πεδιάδες.

Συρρέουν για λίγα γραμμάρια από τον «ρευστό χρυσό» Στα 120 στρέμματα ανέρχεται πλέον η καλλιεργούμενη έκταση με βιομηχανικό τριαντάφυλλο στην ευρύτερη περιοχή του Βοΐου, με τους 45 παραγωγούς να μένουν πιστοί στην τεχνική που οφείλουν να ακολουθούν, έτσι ώστε να κρατείται η ποιότητα ψηλά και οι πελάτες να μην δυσαρεστηθούν ποτέ. Το σύνολο της παραγωγής τους επαρκεί μέχρι στιγμής ώστε να καλυφθεί η ζήτηση στην εγχώρια αγορά, ενώ κάποιες ποσότητες «κατευθύνονται» επίσης στις αγορές της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας.

Επισημαίνεται ότι, για την παραγωγή ενός κιλού ροδέλαιου, απαιτούνται να αποσταχθούν, με ατμό, 3-5 τόνοι (3.000-5.000 κιλά) ροδοπέταλα, ενώ για να αποκτήσει κάποιος τον «ρευστό χρυσό», όπως αποκαλείται το ροδέλαιο, θα πρέπει να καταβάλει ποσό τρεις φορές πιο υψηλό από ό,τι, εάν αγόραζε αληθινό χρυσό.

«Για να γίνει μια σταγόνα από αυτό το έλαιο χρειάζονται περίπου 30 ροδοπέταλα από την τριανταφυλλιά τη δαμασκηνή και το γεγονός ότι δεν υπάρχει χημικό υποκατάστατο ροδέλαιου στην αγορά, το καθιστά πανάκριβο στη διεθνή σκακιέρα» διευκρινίζει η κ. Πουτογλίδου, προσθέτοντας ότι η συγκομιδή πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο από τις 5.30 το πρωί και για ένα τρίωρο, αφού εάν ο ήλιος δει τα ροδαπέταλα, δεν επιτυγχάνεται αυτή η άριστη ποιότητα που τους έχει κάνει γνωστούς.

Το ροδέλαιο περιέχει περίπου 300 χημικά συστατικά, από τα οποία μόνο τα 100 έχουν αναγνωριστεί, το χρώμα του είναι από κίτρινο έως λαδί, ενώ έχει μια γλυκιά, στυπτική, ανθοειδή οσμή, ελαφρά δροσιστική και λίγο μπαχαρώδη. Δεν είναι τοξικό και γι” αυτό είναι από τα λίγα αιθέρια έλαια, που δίνονται άφοβα στα παιδιά. Είναι το περισσότερο χρησιμοποιούμενο αιθέριο έλαιο στην αρωματοποϊία, ενώ χρησιμοποιείται για καλλυντικά, για αρωματοθεραπεία, ως ηρεμιστικό και αντικαταθλιπτικό και ως ήπιο αντισηπτικό. Το ροδέλαιο χρησιμοποιείται για τη παρασκευή του Αγίου Μύρου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ χρησιμοποιείται και για αρωματισμό των τροφίμων.

Επισημαίνεται ότι ο συνεταιρισμός διαθέτει δικό του αποστακτήρα, δυναμικότητας ενός τόνου την ημέρα, ενώ τα προϊόντα που παράγει είναι: βιολογικό αμυγδαλέλαιο με 1% ροδέλαιο, βαλσαμέλαιο, λεβάντα hemus, βαλσαμέλαιο με λεβαντέλαιο, ροδόνερο, ροδέλαιο, γλυκό τριαντάφυλλο, καραμέλα τύπου τσάρλεστον με ροδέλαιο και ροδόνοερο. Από τον επόμενο μήνα θα κυκλοφορούν και δύο νέα προϊόντα: λουκούμι και μαντολάτο με ροδοπέταλα και «ρόδον εν ελαίω».

News Room «Κέρδος» με πληροφόρηση από το ΑΠΕ – ΑΜΠ

Σχολιάστε