Η συμφορά της Μικράς Ασίας – Γράφει ο Απόστολος Παπαδημητρίου

Η μεγαλύτερη συμφορά του ελληνισμού στη μακραίωνη ιστορία του έχει ως επέτειο ημέρα τη 13η Σεπτεμβρίου. Τότε, με βάση το νέο ημερολόγιο, που ακόμη δεν είχε τεθεί σε χρήση στη χώρα μας, ολοκληρώθηκε η τελευταία φάση του δράματος, δηλαδή οι σφαγές του αμάχου πληθυσμού, που δεν πρόφθασε να επιβιβασθεί σε πλεούμενο, και η πυρπόληση της πολύκλαυστης Σμύρνης. 

    Διχασμένοι και σήμερα, όπως και τότε, αδυνατούμε να αντλήσουμε διδάγματα από τη συμφορά, με συνέπεια να παραμένουμε στο έπακρο ευάλωτοι και στην απόλυτη διάθεση των ισχυρών, οι οποίοι, αν τα συμφέροντά τους το απαιτήσουν, είναι πρόθυμοι να μας οδηγήσουν σε νέες συμφορές. 

    Η εκστρατεία, κατ’ εντολή των «συμμάχων» μας, επιχειρήθηκε την άνοιξη του 1919. Έχει γραφεί πολύ χαρακτηριστικά ότι, τότε, οι μισοί Έλληνες μισούσαν τους άλλους μισούς, λόγω του εθνικού διχασμού που είχε προηγηθεί, περισσότερο απ’ ότι μισούσαν τους Τούρκους! Παρά τα διατυμπανιζόμενα, ο ελληνικός στρατός δεν είχε σταλεί ως ελευθερωτής τμήματος της Μικράς Ασίας, αλλά για να επιβάλει την τάξη και να συμβάλει στον αφοπλισμό των Τούρκων, που δεν αποδέχονταν τη συμφωνία ανακωχής του Μούδρου. Και αποδεχθήκαμε τον ρόλο αυτό χωρίς οι «σύμμαχοί» μας να διαθέσουν ούτε ένα στρατιώτη! Αυτοπεποίθηση ή δουλικότητα; Οι τότε κυβερνώντες (πρωθυπουργός Βενιζέλος) δεν αποκάλυψαν πλήρως τον σκοπό της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην Ιωνία, με συνέπεια οι ομοεθνείς μας να πανηγυρίσουν υπέρμετρα την απελευθέρωσή τους. Και ο στρατός μας βρέθηκε εξ αρχής αντιμέτωπος με Τούρκους αποφασισμένους να προβάλουν αντίσταση στον διαφαινόμενο διαμελισμό και του τελευταίου εδάφους, που τους είχε απομείνει, μετά την αρπαγή των αραβικών χωρών από τους νικητές «συμμάχους» μας. Ο ελληνικός στρατός φάνταζε στα μάτια τους ως στρατός κατοχής. 

    Ευθύς εξ αρχής οι Τούρκοι απέκτησαν πραγματικό σύμμαχο τους Ιταλούς, που είχαν χολωθεί, επειδή οι «σύμμαχοι» είχαν αντιταχθεί στη βουλιμία τους να συστήσουν αυτοκρατορία. Στις αρχές του 1920 άλλαξε και η γαλλική πολιτική, αν και ο στρατός του Μουσταφά Κεμάλ είχε προκαλέσει σημαντικές απώλειες στους Γάλλους στην Κιλικία. Τί είναι κάποιες χιλιάδες στρατιώτες νεκροί, οι περισσότεροι από τις αποικίες, μπροστά στα οικονομικά συμφέροντα; Απόμειναν οι Άγγλοι «σύμμαχοί» μας, ύπουλοι και ραδιούργοι. Με εντολή τους προωθήθηκε ο στρατός μας και προς την Προύσα. Το θέρος εκείνου του έτους υπεγράφη (πανηγυρίζουμε ακόμη και σήμερα) η περίφημη συνθήκη των Σεβρών, με την οποία σχηματιζόταν η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Μη θέλοντας να δούμε τη σκληρή πραγματικότητα, παραβλέπουμε ότι αυτή έπρεπε να επικυρωθεί από τα κοινοβούλια των χωρών που συμμετείχαν στην υπογραφή της συμφωνίας, όμως δεν επικυρώθηκε από κανένα. Το πλέον σημαντικό όμως ήταν ότι δεν είχε κανένα νόημα η υπογραφή του Τούρκου εκπροσώπου του σουλτάνου, υποχειρίου των νικητών, αφού ο Κεμάλ όχι μόνο την είχε απορρίψει, αλλά είχε ισχυροποιηθεί στην Ανατολία με την υποστήριξη των Μπολσεβίκων, οι οποίοι μας εκδικούνταν για την εκστρατεία στην Ουκρανία, κατά τον εκεί εμφύλιο πόλεμο. 

    Τα κομματικά πάθη, τα οποία είχαν φυτέψει στον λαό μας πολιτικοί με πολύ μεγαλύτερη λατρεία προς άσκηση εξουσίας απ’ ότι αγάπη προς την πατρίδα, οδήγησαν στην έξαρση της παραφροσύνης. Ενώ τα στρατευμένα παιδιά της πατρίδας μάχονταν για ξένα πρωτίστως συμφέροντα μακριά από την πατρίδα, οι «δημοκράτες» πολιτικοί προκήρυξαν εκλογές, αντί να επιχειρήσουν προσέγγιση και σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, καθώς διαφαινόταν πλέον καθαρά ότι οι εξελίξεις θα ήταν δυσοίωνες! Η εκλογική νίκη των φιλοβασιλικών έδωσε πρώτης τάξεως άλλοθι στους «συμμάχους» μας να πάψουν να μας στηρίζουν έστω και με τα λόγια. Και οι της νέας κυβέρνησης μη έχοντας συναίσθηση ότι είχαμε εγκαταλειφθεί από τους πάντες, επιχείρησαν, αντί σύμπτυξης, την εκστρατεία, που έφερε το στράτευμά μας, το καταπονημένο από την ελλιπή διατροφή, τα ανεπαρκή εφόδια και τις φρικτές συνθήκες υπό τις οποίες διέσχισε την αλμυρή έρημο, στον Σαγγάριο. Και πριν ξαποστάσει κάπως ο στρατός μας δόθηκε η διαταγή σύμπτυξης, απ’ εκείνους, που καλούσαν ξένους αξιωματικούς και δημοσιογράφους να πιούν μαζί τους τον καφέ στην Άγκυρα! Και εμείς ειρωνευόμαστε τον Μουσολίνι! 

    Ο στρατός μας υποχώρησε πάλι στη γραμμή που κατείχε τον Ιούνιο του 1921. Παρέμεινε εκεί μέχρι τον Αύγουστο του 1922, οπότε ο τουρκικός στρατός εξαπέλυσε την επίθεση, με την οποία μας σάρωσε. Τί άραγε να προσδοκούσαν οι κυβερνώντες στο σημαντικό διάστημα που μεσολάβησε; Ο στρατός είχε καταπονηθεί υπέρμετρα και οι κομμουνιστές, οραματιζόμενοι τη λαϊκή «δημοκρατία» και στη χώρα μας, παρακινούσαν σε ανταρσία ή λιποταξία, ενώ οι Τούρκοι σύντροφοί τους στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις  την επιχείρηση σωτηρίας του Κεμάλ! Ακόμη και σήμερα θεωρούν την επιχείρηση ιμπεριαλιστική. Αγνοούν την προαιώνια παρουσία ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Αγνοούν, όπως αγνόησαν βενιζελικοί και βασιλικοί τη γενοκτονία, που είχε εξαπολυθεί ήδη από το 1913 κατά των ομοεθνών μας εκεί, και εγκατέλειψαν παντελώς αβοήθητους τους αντάρτες του Πόντου και τους αμάχους στη μανία των ατάκτων (τσετών). Αγνοούν την πληθυσμιακή υπεροχή των Ελλήνων και φίλα προσκείμενα προς αυτούς στην περιφέρεια της Σμύρνης.  

    Ο ελληνικός στρατός με την εξαπόλυση της τελικής τουρκικής επίθεσης (13 Αυγούστου 1922) εμφάνισε τάχιστα σημεία διάλυσης, με συνέπεια να συλληφθούν πλήθος αιχμαλώτων. Σε 55.000 περίπου τους εκτίμησε η ελληνική πλευρά, σε 30.000 τους υπολόγισαν αρχικά οι Τούρκοι, για να κατέλθουν κατά τη διάρκεια των συνομιλιών σε 17.000, δηλώσαντες ότι έκαναν λάθος στην αρχική καταμέτρηση! Δεν έκαναν λάθος. Οι λοιποί έσβησαν στα κολαστήρια των στρατοπέδων, όπως οι γηγενείς ομοεθνείς μας στα τάγματα εργασίας. 

    Στη συνθήκη της Λωζάνης υπάρχει το ακόλουθο άρθρο: «Η Ελλάς αναγνωρίζει την υποχρέωσιν αυτής όπως επανορθώση τας προξενηθείσας εν Ανατολία ζημίας εκ πράξεων του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτων προς τους νόμους του πολέμου. Εξ άλλου η Τουρκία, λαμβάνουσα υπʹ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος, ως αύτη προκύπτει εκ της παρατάσεως του πολέμου και των συνεπειών αυτού, παραιτείται οριστικώς πάσης απαιτήσεως κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως περί επανορθώσεων». Με την υπογραφή του από τους εκπροσώπους της χώρας μας, αυτή είχε αποδεχθεί ότι ο στρατός μας διέπραξε και εγκλήματα. Κανένας στρατός δεν απαρτίζεται από αγγελούδια. Ακόμη και στον καλύτερο υπάρχουν άνθρωποι της συμφοράς. Όμως το εκπληκτικό είναι ότι ενώ εμείς αποδεχθήκαμε τα συμβάντα, δεν περιλαμβάνεται στη συνθήκη η παραμικρή αναφορά στη γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού! Υποτέλεια, ηττοπάθεια, συμφορά. 

    Και ενώ οι στρατιωτικές αρχές φρόντισαν να περισυλλέξουν τα υπολείμματα του στρατού μας και να τα επιβιβάσουν σε πλοία για την επάνοδο στην πατρίδα, δεν έλαβαν ουδέν μέτρο για τον γηγενή πληθυσμό, τον οποίο εγκατέλειψαν στη μανία των εξαγριωμένων ανδρών του τακτικού στρατού, των αιμοβόρων ατάκτων και του όχλου, ο οποίος επιχείρησε να επωφεληθεί από τη σύγχυση και να αρπάξει τις περιουσίες των Ρωμηών. Στις 24 Αυγούστου (6 Σεπτεμβρίου επιβιβάστηκε και το τελευταίο στρατιωτικό τμήμα. Το δράμα του εντοπίου πληθυσμού, Ρωμηών και Αρμενίων, κορυφωνόταν. Θα το παρουσιάσουμε στο επόμενο άρθρο.

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.