Οι μετακινήσεις των πληθυσμών Παλαιογρατσάνου, Καταφυγίου και Σκούλιαρης μετά τις πυρπολήσεις από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής – Του παπαδάσκαλου Κωνσταντίνου Ι. Κώστα

Επειδή έχουν λεχθεί, καλοπροαίρετα πιστεύω, από επίσημα χείλη και έχουν γραφεί, διάφορες ιστορικές ανακρίβειες, μάλλον από ελλιπή ενημέρωση, ωστόσο όμως ανακρίβειες, που αφορούν στις μετακινήσεις των τοπικών πληθυσμών του Παλαιογρατσάνου, Καταφυγίου και Σκούλιαρης στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τις πυρπολήσεις το Δεκέμβριο του 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής, που αν υιοθετηθούν αλλοιώνουν τον ιστορικό ιστό και οδηγούν σε λαθεμένα συμπεράσματα και αποφάσεις, καταθέτουμε, ύστερα από έρευνα στις πρωτογενείς ζωντανές ανθρώπινες πηγές, το ακόλουθο κείμενο και το παρέχουμε για κατανόηση και ανάλογη χρήση ως υλικό περιγραφής και καταγραφής της ροής των τοπικών κοινωνιών μετά τα βίαια και αιματηρά γεγονότα.
 
Οι ιστορικές ανακρίβειες βρίσκονται στον ισχυρισμό ότι οι εκδιωχθέντες ή απομακρυνθέντες (υποχρεωτικά ή με τη δική τους απόφαση) μετά τις πυρπολήσεις πληθυσμοί των τριών προλεχθέντων χωριών προσέφυγαν  ομαδικά, κατοίκησαν και κατοικούν σύσσωμοι σε ένα και μόνο τόπο.  
 
Σύντομο ιστορικό έρευνας για τις μετακινήσεις:     
 
Το Δεκέμβριο του 1943 (12-23 Δεκ.) τα γερμανικά-ναζιστικά στρατεύματα Κατοχής πυρπολούν με τη σειρά τα τρία ορεινά χωριά των Πιερίων ορέων, Παλαιογράτσανο, Καταφύγι και Σκούλιαρη στο πλαίσιο των περιβόητων ‘’αντιποίνων’’. Καίνε εκκλησιές, σχολεία, σπίτια και ποιμνιοστάσια με τα ποίμνια. Και σκοτώνουν, απαγχονίζουν και πυρπολούν πολίτες άοπλους αθώους και ανυπεράσπιστους. 13 άνθρωποι στο Παλαιογράτσανο, 22 στο Καταφύγι και 7 στη Σκούλιαρη (42 συνάνθρωποί μας) χάνουν τη ζωή τους στα ξαφνικά χωρίς να μάθουν ποτέ το ‘’γιατί’’.
 
Οι γηγενείς πληθυσμοί των τριών χωριών κάτω από τη βία, το φόβο για συνεχιζόμενες εκτελέσεις και από τον τρόμο που είχαν εξαπολύσει οι καταχτητές υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν προς ώρας τα χωριά τους και ζητούν επειγόντως, σαν κυνηγημένα πουλιά που έκαψαν τις φωλιές τους, κάποιο ασφαλές καταφύγιο να περιμαζέψουν τις υπάρξεις τους και ό,τι άλλο ιερό (τα εικονίσματα, ‘’ένα χράμι, μια μπατανία’’) πρόλαβαν.
 
 
 
Οι μετακινήσεις των πληθυσμών στα ‘’πέτρινα χρόνια’’ που ακολουθούν γίνονται προς πολλές και όχι μόνο προς μία και μοναδική κατεύθυνση.  
 
Μετακινήσεις Παλαιογρατσανιτών: Μια ομάδα Παλαιογρατσανιτών βρίσκει καταφύγιο στο εξωκλήσι του Αη-Γιάννη και στις γύρω από αυτό καλύβες (πρόκειται για περιοχή μεταξύ Παλαιογρατσάνου, Βελβεντού και Πλατανορέματος) άλλοι κατεβαίνουν στο Βελβεντό και σχηματίζουν το συνοικισμό ‘’Καλλιθέα’’, άλλοι κατευθύνονται στο Πλατανόρεμα και άλλοι στα χωριά της Ημαθίας, Μελίκη, Αγία Τριάδα και Πατρίδα. Μερικές οικογένειες φιλοξενούνται για αρκετό διάστημα στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου της Βέροιας. (Συνεντεύξεις από τους: Παύλο Παπανώτα, Γεώργιο Ράπτη, Νικόλαο και Ιωάννη Στεργιόπουλο, Νικόλαο Καλοζήση, Θωμά Στεργιόπουλο, Δημήτριο Φικιάρη, Παναγιώτη Παπαγόρα, Στέφανο Μυλωνά).
 
Μετακινήσεις Σκουλιαριωτών: Οι Σκουλιαριώτες κατεβαίνουν και αυτοί στο Βελβεντό. Άλλοι κατευθύνονται στα χωριά της Ημαθίας, Βεργίνα και Συκιά, άλλοι στην πόλη της Βέροιας στους συνοικισμούς ‘’Προμηθέας’’, ‘’Καλλιθέα’’ και ‘’Παπάγου’’. Οι μετακινήσεις Σκουλιαριωτών προς τη Βέροια είχαν ξεκινήσει πριν από την πυρπόληση του χωριού. (Συνεντεύξεις από τους: Αθανάσιο Ζουζό, Βάγια Σταμάτη, Χρυσάνθη Σγούρου, Βασιλική Νατσιούλα, Περιστέρα Τέτου, Δέσποινα Στεργιοπούλου, Μαρία Λ.  Καρανάτσιου, Αντώνιο και Βάια Τσέγκου).  
 
Μετακινήσεις Καταφυγιωτών: Μια μεγάλη ομάδα Καταφυγιωτών κατεβαίνει στο Βελβεντό, περνά τον ποταμό Αλιάκμονα, φιλοξενείται για λίγο διάστημα (Χριστούγεννα του 1943) στο Βαθύλακκο και στο Ροδίτη και καταλήγει στην Κοζάνη. Αρκετοί από αυτούς επιστρέφουν και κατοικούν μόνιμα μέχρι σήμερα στο Βελβεντό στο συνοικισμό ‘’Καταφυγιώτικα’’. Άλλοι στρέφονται προς στη Θεσσαλονίκη. Ένα άλλο μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Καταφυγίου κατευθύνεται στην Πιερία και σχηματίζει στην πόλη της Κατερίνης το συνοικισμό ‘’Καταφυγιώτικα’’. (Συνεντεύξεις από τους: Μαριάνθη Καρασίμου, Νικόλαο Τζινίκο, Ευθαλία Λιάλιου, Ερμιόνη Τσακνάκη).
 
Όλα τα παραπάνω γράφονται ως ιστορική γνώση από τις πηγές, όπως τις παρουσιάζουν οι αυτόπτες των ολοκαυτωμάτων που έγιναν μάρτυρες και των μετακινήσεων των πληθυσμών που ακολούθησαν τα αιματηρά γεγονότα. Η καταγραφή αυτής της γνώσης διαφυλάσσει τον ιστορικό ιστό από τυχόν ανιστόρητες και άστοχες ιστορικές αναφορές, πάντως από ελλιπή ενημέρωση, που αδικούν τα άλλα τμήματα των διασπαρθέντων πληθυσμών.
 
 
 
Όσοι από τους πληθυσμούς (Παλαιογρατσάνου, Καταφυγίου και Σκούλιαρης) έρχονται και κατοικούν στο Βελβεντό θεμελιώνουν στη συνέχεια, χτίζουν και αποπερατώνουν, ως κέντρο εκκλησιαστικής αναφοράς, τον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω. Τον αγιασμό θεμελίωσης και τα εγκαίνια έγιναν από το Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιο Ψαριανό, με πρώτο Εφημέριο τον παπα-Γιάννη Παπαδημητρίου.
 
Για τη μετακίνηση λ.χ. των Καταφυγιωτών ο Νικόλαος Τζινίκος του Ιωάννη, 91 ετών σήμερα, Καταφυγιώτης, αυτόπτης του ολοκαυτώματος, κάτοικος Βελβεντού, μέλος της Επιτροπής ανέγερσης του Ιερού Ναού Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω Βελβεντού και εκκλησιαστικός επίτροπος επί 24 έτη, σε ερευνητική συζήτηση που είχαμε μαζί του (στις 12-8-2014) λέει τα εξής πολύ διαφωτιστικά, κατατοπιστικά και χρήσιμα:  
 
‘’Μετά το ολοκαύτωμα το 80% των Καταφυγιωτών  πήγε στην Κατερίνη, το 20% ήρθαμε στο Βελβεντό.
 
Σας δίνω όλα τα ονόματα των οικογενειών του Καταφυγίου με τα μέλη κάθε οικογένειας (συνολικά 216 Καταφυγιωτών) που ήρθαν, έμειναν και κατοίκησαν στο Βελβεντό μετά την πυρπόληση του Καταφυγίου.
 
Τζινίκος Ιωάννης του Αστερίου (9), Τζινίκος Αριστείδης του Αστερίου (4), Τζινίκος Ανδροκκλής (4), Τζινίκος Ιωάννης του Νικολάου (7), Τσιακμάκης Αθανάσιος (8), Στεργιούλας Αστέριος (6), Βουβονίκος Δημήτριος (5), Καραβέργος Ελευθέριος (3), Λιάλιος Νικόλαος (7), Τσακνάκη Αικατερίνη (4), Καρασίμος Γεώργιος (5), Παπλιόρης Στέφανος (6), Κοσκίρης Αλέξιος (4), Λαναράς Αθανάσιος (4), Παπαλέξης Αστέριος (6), Κότελης Γεώργιος (5), Μιάουρας Φώτιος (3), Καούρης Αστέριος (6), Καούρης Γεώργιος (4), Τζιούτζιος Λάζαρος (5), Καλίτσιος Θεόδωρος (3), Καραμούζας Δημοσθένης (3), Καραμούζας Θεόδωρος (5), Καραμούζας Χριστόφορος (3), Καραμούζα Σοφία (3), Καρέλας Στέφανος (4), Τσιρέλας Ιωάννης (7), Καρατζιούλας Ιωάννης (4), Τσιακμάκης Ιωάννης (3), Πιτσιάβας Πολυχρόνης (4), Μπλιάκου Μελπομένη (3), Γκάτζιος Αθανάσιος (3), Γκάτζιος Αστέριος (4), Κούζας Δημήτριος (3), Τζιόκας Φώτιος (2), Κρήτος Θεόδωρος (2), Κρήτος Τηλέμαχος (3), Καραγιάννης Γεώργιος (7), Παπλιόρης Δήμος (4), Γκρίζας Δημήτριος (3), Χαρισίου Ιωάννης (6), Χαρισίου Χαρίλαος (4), Βουβονίκος Αθανάσιος (5), Δημόκας Γεώργιος (5), Γκούντελη Αικατερίνη (3), Πούλιος Αθανάσιος (6), Γκουτζιούβαλος Ευάγγελος (4).
 
Όλες αυτές οι οικογένειες (με 216 μέλη συνολικά) ήρθαν και έμειναν στο Βελβεντό μετά την πυρπόληση του Καταφυγίου το Δεκέμβριο του  1943.
 
Εκλέχτηκαν κατά καιρούς και πρόεδροι της Κοινότητας Καταφυγίου από εμάς που κατοικήσαμε στο Βελβεντό: ο Γκρίτζιας Δημήτριος, ο Λαναράς Αθανάσιος, ο Τσακνάκης Ιωάννης, ο Τσιακμάκης Θεόδωρος και ο Τζιούτζιος Λάζαρος κάτοικος Κοζάνης.    
 
Στα χρόνια που ακολούθησαν άλλες οικογένειες έφυγαν, άλλες έμειναν. Όσοι  μείναμε, κατοικούμε μόνιμα με τις οικογένειές μας στο Βελβεντό.
 
Εμείς όλοι που μένουμε πλέον μόνιμα στο Βελβεντό, μαζί με τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, όπως έχω υπολογίσει και τους έχω μετρήσει έναν προς έναν είμαστε εκατόν εξήντα τρεις (163) σήμερα (12-8-2014) που σας δίνω αυτά τα στοιχεία’’. Και συνεχίζει ο κυρ Νικόλαος Τζινίκος:
 
‘’Όπου κι αν βρεθήκαμε, στο Βελβεντό, στην Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη εργαστήκαμε σκληρά και συνεργαστήκαμε με όλους. Κοιτάξαμε τη δουλειά μας, τις οικογένειές μας, τα παιδιά μας. Και με τη βοήθεια του Θεού είδαμε προκοπή. Δόξα τω Θεώ, τα δικά μας τα χρόνια πέρασαν…
 
Κοιτάξτε τώρα, εσείς οι νεότεροι, να είστε κοντά στο Χριστό και μέσα στην Εκκλησία. Σ’ αυτήν νιώθεις ότι ο Θεός σ’ αγαπάει, όπως αγαπάει και τον καθένα άνθρωπο. Οπότε βλέπεις και νιώθεις τον κόσμο διαφορετικά.  Μην τα βλέπετε όλα μαύρα. Η ελπίδα δεν πεθαίνει, γιατί είναι ο Χριστός. Οι Έλληνες είμαστε ορθόδοξοι κι αυτό είναι πολύ καλό. Ο Θεός, μας ευλογεί. Και το χρέος μας είναι μεγάλο. Πρέπει να δείξουμε στον κόσμο την αξία της αρετής ’’. (Νικόλαος Τζινίκος του Ιωάννη, 91 ετών, 12-8-2014).
 
Ο Νικόλαος Ι. Τζινίκος (ο σεβαστός ‘’Μπάιος’’) ανήκει σ’ εκείνη τη στόφα των παλαιότερων γενεών που εκδηλώνουν την ενεργητικότητά τους ως πολίτες και το ζωηρό ενδιαφέρον τους (τη φλεγόμενη έγνοια τους) για την εκκλησία, την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό ενιαία, ακατάπαυστα και απόλυτα μέχρι τα βαθειά γεράματά τους. Οι απλοϊκοί αυτοί άνθρωποι της ορθόδοξης παράδοσης σε παραπέμπουν στις κορυφές της θεολογίας. Έχουν μέσα τους μια διάσταση ζωής, σοφίας και γνώσης.  Στα πρόσωπά τους είναι αποτυπωμένη η εμπειρία της παράδοσης και της κληρονομιάς σε σχέση με τη νεωτερικότητα, (όχι ως απόρριψη, αλλ’ ως σύνθεση) μια σχέση που εγγυάται την επιτυχία στη διαλογική κριτική με το σύγχρονο πολιτισμό. Ο Θεός να τους έχει καλά…  
 
Σε μια εποχή όπου ο κύκλος των ειδήσεων λειτουργεί σε δευτερόλεπτα και μια κατάσταση θα ξεχαστεί τόσο γρήγορα όσο και θα αναρτηθεί, είναι εύκολο να ξεχαστεί το παρελθόν.
 
 
Όμως, αγνοώντας την ιστορία, η ικανότητά μας να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πώς να αποφύγουμε τεχνητές πολώσεις και απομονώσεις αφ’ ενός, και πώς να σχεδιάσουμε το μέλλον, ως ‘’τέκνα φωτός’’: συνθετικά, συναδελφικά, συνδημιουργικά, αγαπητικά, ενωτικά με τις άλλες τοπικές κοινωνίες, αποβλέποντες στην κοινωνία των προσώπων και της αλληλο-συμπληρωματικότητας, για να αντέξουμε στην επίθεση του ‘’καπιταλισμού της καταστροφής’’ και της πολιτιστικής αλλοτρίωσης αφ’ ετέρου, ολοένα μειώνεται.
 
π. Κωνσταντίνος Ι. Κώστας,
παπαδάσκαλος
Αλυπίου του Κιονίτου, Νίκωνος του Μετανοείτε
και Στυλιανού του Παφλαγόνος

Το είδαμε στο tovoion.com

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.