H πάλη δύο κόσμων σε ένα μικρό χωριό: Η Κερασιά στη δεκαετία του 1940 – Του Θανάση Καλλιανιώτη

φγτδρχστρσρξΑθανάσιος Π. Τζελαπτσής όρθιος μπροστά, Βασίλειος Καρακούλας 2ος από αριστερά καθιστός και  Ζήσης. Θ. Γκουργκούτας 3ος   από αριστερά καθιστός το 1943 στα μεταλλεία Ροδιανής (Ιδιωτική Συλλογή Αθανασίου Τζελαπτσή) στον ιερέα Γεώργιο Μπαξιώτη που πάντρεψε τους γονείς μου στην Κερασιά

 
Επιλογή

Επιλέχτηκε το θέμα «η πάλη δύο κόσμων σε ένα μικρό χωριό» όχι για λόγους ευκολίας ούτε για την προσκόμιση θαυμαστών πληροφοριών στην τράπεζα της ευγενούς Ιστορίας, αφού χιλιάδες αριθμούνται τα κείμενα για την ίδια περίοδο. Επιθυμία του γράφοντος ήταν η προσφορά στους κατοίκους, ηλικιωμένους αυτόπτες μάρτυρες και νεότερους που τα έχουν ακουστά συνήθως μονομερώς, μίας αμφίπλευρης εικόνας ώστε να γνωρίζει το δεξί τι είχε ποιήσει το αριστερό χέρι κι αντιθέτως.

Άλλος λόγος ενασχόλησης ήταν η πλέξη όσων συνέβησαν εκεί στην ευρύτερη ιστορία της περιοχής και γενικότερα στην ελληνική και παγκόσμια ιστορία. Με την ευκρινή αποτύπωση θα πάψει ή, ορθότερα, θα ελαττωθεί η εκμετάλλευση της περιόδου από τις εκάστοτε ορθότητες που καταστρατηγούν την πραγματικότητα εις όφελος της αναληθείας.

Στόχος δεν είναι να ξύσ(ει) τς πληγές όπως είχε θεωρήσει νεολαίος που παρίστατο σε κουβέντα με πρεσβύτες του χωριού, αλλά να ερμηνεύσει τη δημιουργία και την παραμονή μνημονικών τραυμάτων ώστε στο προσεχές μέλλον, όταν επιχειρηθούν τα ίδια, η γνώση των προτέρων ίσως οδηγήσει σε λήψη καλύτερων αποφάσεων για τους αθώους ανθρώπους.

 
Πηγές και μέθοδος

Αστείες ακούστηκαν στα αυτιά της πεπειραμένης έρευνας γνώμες σχετικά με την προσεχή συγγραφή της ιστορίας της ολιγάνθρωπης Κερασιάς. Αναρωτήθηκαν ορισμένοι με φωναχτή σκωπτική διάθεση: «τι ιστορία έχει η Κερασιά;». Πιστεύουν πως μόνον οι γενικές ιστορίες έχουν θέση στην Επιστήμη, παραμερίζοντας πως οι γενικότητες ερείδονται συνήθως σε ανασφαλείς βάσεις, αφού δεν συμπεριλαμβάνουν πλήθος μερικών, κι ακόμη πως αρκετά ευρεία σύνολα προκαλούν κρότο με το γριφώδες λεξιλόγιο και τα δυσνόητα νοητικά τους σχήματα παρά με την ουσία.

Αγνοούσαν οι αρνητές των τοπικών ιστοριών πως είχε προηγηθεί εντρύφηση σε αρχειακό υλικό (Ληξιαρχείο, Δημοτολόγιο και Μητρώο Αρρένων κι έγγραφα του Πρωτοδικείου, της Νομαρχίας και της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης κ.α.). Δεν γνώριζαν επίσης πως ο γράφων είχε επισκεφτεί το χωριό πριν από μία δεκαετία για επιτόπια μελέτη του χώρου και για κατάδυση στην άβυσσο του παρελθόντος με συνοδούς ηλικιωμένους που είχαν δράσει οι ίδιοι ή είχαν κουβαλήσει στην πλάτη τους τα πάθη της δεκαετίας του 1940.

Ωστόσο η παλαιά προσέγγιση χρησίμευσε μόνον ως υπόστρωμα για τη νέα έρευνα. Μελετήθηκε επιπρόσθετο υλικό όπως πρωτόκολλα αλληλογραφίας της κοινότητας και του σχολείου και ο απολογισμός της εκκλησιαστικής επιτροπής. Τα πρώτα από το ένα μέρος δήλωναν τι έφθανε εγγράφως από την Αθήνα ή την Κοζάνη κι από το άλλο πώς το προσελάμβανε η κοινότητα, δηλαδή μία εικόνα της τυπικής επικοινωνίας του κέντρου με την περιφέρεια. Έλαβαν παράλληλα χώραν νέες επισκέψεις προς συνάντησιν των παλαιών και προς άγραν νέων πληροφορητών. Προστέθηκαν έτσι στον καμβά οι αφηγήσεις των Ευαγγέλου Παπακώστα, Παναγιώτη Τότσκα, Γεωργίου Βόμβα και Θεοφάνη Γκουργκούτα όπως επίσης κι έτερων, νεότερων στην ηλικία, τα ονόματα των οποίων δεν έχουν καταγραφεί. Φυσικά αναγνώστηκαν κι άλλες πηγές, βοηθήματα και συνεντεύξεις, υπάρχουν στη βιβλιογραφία.

Στη συνέχεια έφθασαν στα χέρια του γράφοντος οι χειρόγραφες σημειώσεις του Αθανασίου Τζελαπτσή δια μέσω του ομωνύμου εγγονού του, οι οποίες κρίθηκε να εκδοθούν αργότερα σχολιασμένες σε ξεχωριστό πόνημα. Στρατιώτης στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο ο Τζελαπτσής καταγράφει σκηνές της πολεμικής του εμπειρίας στα ανά την Ελλάδα όρη, μια σπάνια αφήγηση που ξεφεύγει από την αποστεωμένη δημόσια, τη φανερά στρατευμένη ή την εντέχνως κατευθυνόμενη ιστορία, την οποία υπηρετούν πλουσιότατα αμειβόμενοι ερευνητές, επαγγελματίες ιστορικοί και ιστοριογράφοι ή απόφοιτοι ποικίλων σχολών και προελεύσεων που προσπαθούν να μιμηθούν τους καλλιεργητές των χωραφιών της Ιστορίας.

Ο τρόπος γραφής είναι μικτός. Στην αρχή ακολουθείται μία θεματική προσέγγιση, έπειτα αντίστοιχη χρονολογική. Δόθηκε αρκετή έκταση στην τριακονταετία που προηγήθηκε της δεκαετίας του 1940, διότι τα ολίγα πράγματα που φαίνονται βασίζονται σε πολλά που είναι κρυμμένα. Αν δεν μελετήσει κανείς τα δεύτερα, δεν μπορεί να καταλάβει ή ερμηνεύσει ορθά τα πρώτα.

 
Προσφορά

Ενσυνειδήτως ο γράφων δεν επέλεξε τις οδούς καμιάς μανιέρας. Αφέθηκε στη διάθεση των πηγών και χρησιμοποιώντας όσες από αυτές ενέκρινε κατόπιν βασάνων ως αληθείς επιχείρησε να ανασυνθέσει την εικόνα των περασμένων. Εδώ χρειάζεται μία διευκρίνιση: σύμφωνα με τον τίτλο πάλεψαν δύο κόσμοι στην Κερασιά, όπως και σε όλη την ύπαιθρο της Ελλάδας, ο παλαιός κι ο νέος. Τον πρώτο εξέφραζε μια σειρά μακρών δομών και προσώπων, τον δεύτερο νέοι άνθρωποι που επιθυμούσαν να αλλάξουν τις μακρές δομές, κάτι που διατυμπάνιζαν, και τα πρόσωπα του παλαιού, κάτι που υποτονθόριζαν. Ωστόσο ο νέος κόσμος κάτω από ένα επίχρισμα νεοτερισμού μιμούνταν τις δομές του παλαιού. Αυτό που τελικά άλλαζε ήταν το επάνω επίπεδο, ενώ το κάτω παρέμενε ως είχε, αν ορίσουμε ως επάνω επίπεδο τους ολίγους που έδιναν εντολές και κάτω τους πολλούς που έπρεπε να τις εφαρμόζουν. Ενδιαμέσως υπήρχε μία γκρίζα ζώνη μηδιζόντων ή ανθρώπων που άχρωμοι κι άγευστοι άπλωναν τα πανιά τους σε όλους τους καιρούς.

Το αποτέλεσμα της μελέτης βρίσκεται μπροστά στα μάτια σας. Αφιερώνεται στους πολλούς των κάτω, ιδιαίτερα σ’  αυτούς που κόσμησαν την εποχή με το ανάστημα της υπερηφάνειας, της φιλοτιμίας και των υψηλών νοημάτων.

 
Γαλλοκρατία

Περίπου τρεις μόνον δεκαετίες νωρίτερα από το 1940 είχε απελευθερωθεί από τους Οθωμανούς η Κερασιά. Οι κάτοικοί της που είχαν ζήσει μέσα στο βαθύ τέλμα μίας αλλόφωνης κι αλλόθρησκης εξουσίας πέταξαν μεμιάς το τουρκικό φέσι, δηλωτικό αιώνιας σκλαβιάς, και φόρεσαν σκούφους ως αρχή νέα ζωής. Αν κι ο Αλβανός επιστάτης του χωριού είχε εγκαταλείψει το κονάκι του, η γη δεν ήταν ακόμη δική τους.

Σχεδόν αμέσως (1914) ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά η Κερασιά έστεκε μακριά από οδούς επικοινωνίας για να έχει ενεργή εμπλοκή στα γεγονότα ή άμεσες αφαιμάξεις επιτόπιων πόρων.[1] Πόσα από τα ζώα του χωριού δανείστηκε ο ελληνικός στρατός είναι άγνωστο. Γνωστή όμως είναι η πρώτη απογραφή τους στο Σταθμό Χωροφυλακής Αιανής την 19η Απριλίου 1915 από στρατιωτική επιτροπή.[2] Το γεγονός της καταμέτρησης κάρων και ζώων (κι ανθρώπων) επρόκειτο έκτοτε να επαναληφθεί τουλάχιστον έως και το 1948[3] για φορολογικούς αλλά κι ελέγχου του πληθυσμού σκοπούς.

Όταν ο πόλεμος αγρίεψε, το κράτος επίταξε υπερβολική ποσότητα από τα γεννήματά τους, γι’ αυτό η Νομαρχία Κοζάνης, προφανώς κατόπιν έγκρισης των Γάλλων, αναγκάστηκε να διανείμει μέσω των παρέδρων το καλοκαίρι του 1917 ακόμη και στους αγρότες Κερασιώτες αλεύρι επί πιστώσει με 1,14 δρχ την οκά.[4] Ελάχιστους μήνες αργότερα νέα φορολογία άδειασε μάλλον εντελώς τα αγροτικά αμπάρια: Δεν έχομεν σιτηρά, ουδέ τα προς διατροφήν μας παραπονούνταν οι κάτοικοι του γειτονικού οικισμού Σν Ουπανή τ’ Βάντσα (Άνω Κώμη).[5] Η απαισία φορολογία της δεκάτης,[6] το δέκατου όπως την αποκαλούσαν οι χωρικοί, παρέμενε και την εισέπρατταν όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες ενοικιαστές. Το 1926 τη συλλογή του φόρου της Κερασιάς είχε αναλάβει ο Κοζανίτης Θ. Παπαδέλης,[7] ο οποίος φιλοξενούταν μέχρι να τελειώσει την εργασία του στις οικίες του χωριού.[8]

Τι ακριβώς έπραξαν οι Γάλλοι της Αντάντ, στην ουσία τα πολύχρωμα και πολύγλωσσα αποικιακά τους στρατεύματα, που εμφανίστηκαν στην Κερασιά, προφανώς από το στρατιωτικό φυλάκιο που διατηρούσαν στην Αιανή;[9] Μετέδωσαν όντως αυτοί την «ισπανική γρίπη»[10] που θέρισε τον πληθυσμό της περιοχής, ακόμα και σκληραγωγημένους χωριάτες; Τρείς φαίνεται ήταν οι θανόντες εξαιτίας της στην Κερασιά, αν πιστοποιηθούν ως γονείς τριών ορφανών μαθητών της Α΄ τάξης το 1926.[11] Στην όμορη Αιανή πάντως οι νεκροί ήταν αρκετά περισσότεροι.

Με τη διχογνωμία Φιλελεύθερων –Βασιλικών την ίδια εποχή η Κερασιά με την κτηματική της περιφέρεια ανήκε στην πλάτους 5 χιλιομέτρων ουδετέρα ζώνη, με την οποία οι Γάλλοι διχοτομούσαν τον Τσιαρσιαμπά το Νοέμβριο του 1916. Τα υπόλοιπα ελληνόφωνα χωριά ήταν η Αγία Παρασκευή, η Άνω Κώμη, η Καρυδίτσα, η Κάτω Κώμη, ο Κήπος, το Κοντοβούνι, ο Κρόκος, η Λευκοπηγή, η Μηλέα, ο Πύργος, η Ροδιανή και το Χτένι.[12] Έτσι η πρόσβαση προς Κοζάνη και Αιανή χρειαζόταν γαλλική έγκριση (laissez passer -λεσέ πασέ)[13] κι όποιος δεν την είχε δικαζόταν και φυλακιζόταν στην Κοζάνη, στα υπόγεια του σημερινού Δημοτικού Σχολείου Χαρίσιος Μούκας.[14] Ποινές αντιμετώπιζαν κι όσοι δυστροπούσαν να παραδώσουν ξυλεία στους Γάλλους ή τριφύλλι για τα άλογά τους. Στην Κάτω Κώμη Αναμίτης (Βιετναμέζος) στρατιώτης κατά την είσοδό του στο σχολείο είχε υφαρπάσει το σακούλι μικρού μαθητή, το οποίο εδόθη πίσω μετά από θαρραλέα παρέμβαση της δασκάλας στον επικεφαλής των αλλοφώνων.[15]

Η εμφάνιση των ξένων και η γενική κατάσταση είχαν φοβίσει τον εφημέριο της Κερασιάς Γεώργιο Μπαξιώτη, ο οποίος διέγραψε, ευτυχώς ελαφρά για το μελετητή, το πολυχρόνιο που είχε αποτυπώσει ο μακαρίτης προκάτοχός του παπα-Δημήτριος Παπαδημητρίου[16] υπέρ του βασιλιά Κωνσταντίνου:

Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός [ημών] τον ευσεβέστατον Βασιλιά ημών Κωνσταντίνον, συν τη ευσεβεστάτω βασιλίσση ημών Σοφία και τω ευσεβεστάτω Διαδόχω αυτής Γεωργίω, Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη, εις πολλά έτη, εις πολλά έτη[17]

και συμβαδίζοντας με τη νέα κατάσταση σημείωσε το νέο: «Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον ευσεβέστατον Βασιλέα ημών Αλέξανδρον Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη».[18]

Αν ολόκληρο το πολυχρόνιο είναι:

Πολυχρόνιον ποιήσαι Κύριος ο Θεός ημών τον ευσεβέστατον Βασιλέα ημών Αλέξανδρον συν τω ευσεβεστάτω Βασιλεί πατρί Αυτού Κωνσταντίνω και τη ευσεβεστάτη Βασιλίσση μητρί Αυτού Σοφία, τη ευσεβεστάτη Βασιλίσση προμήτορι Όλγα. Κύριε φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη[19]

τότε φαίνεται πως ο ιερέας κατέγραψε μία σύνοψη του νέου, όχι το ολόκληρο. Ο παπα-Γεώργιος όπως ο ίδιος δηλώνει είχε μόλις αναλάβει εφημέριος του χωριού: χειροτονηθείς το έτος 1918 εφημέριος υπό χείρας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. κ. Φωτίου εν Κερασιά τη 25 Ιανουαρίου 1918.[20]

Διαταγή των Γάλλων όσον αφορά στους οικισμούς της ουδέτερης ζώνης ήταν να αντικατασταθώσιν οι αμφίβολοι Δήμαρχοι, αλλά λείπουν τα διαθέσιμα στοιχεία για την Κερασιά,[21] αν δηλαδή αντικαταστάθηκε ο κοινοτάρχης της. Τα στρατεύματα κατοχής δεν εφήρμοσαν εκεί βία, αφού κατά μία μαρτυρία

ήταν καλοί οι Κινέζ(οι) που ήρθαν στου χουργιό, δεν πείραξαν κανέναν.

Εντύπωση προξένησαν οι Αναμίτες, διότι εκτός των παράξενων ματιών τους περιελάμβαναν στη δίαιτά τους φίδια και σκύλους,[22] καθώς το πενόμενο χωριό δεν είχε, ή δεν φανέρωνε, τρόφιμα να τους προσφέρει.

Η εμφάνιση των καθολικών Γάλλων και των αλλόθρησκων αποικιακών στρατευμάτων στην Κερασιά ενίσχυσε το θρησκευτικό αίσθημα. Οι κάτοικοι ανέγειραν νέο ναό στο κέντρο του οικισμού υπέρ των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, όνομα που προέκυψε μετά από άτυπο δημοψήφισμα των κατοίκων προς χάριν ερειπωμένης παλαιότατης ομώνυμης εκκλησίας της θέσης Ούτσινου.[23] Η ανέγερση έλαβε χώραν το 1919 κι όχι το 1920[24] σύμφωνα με ενθύμηση:

Αγορασθέν [το βιβλίο] κατά το έτος 1918 οπότε μετά εν έτος εκτίσθη και η εκκλησία του επ’ ονόματι αρχιστρατήγου Μιχαήλ εν Κερασιά τη 10 Δεκεμβρίου 1922 ο εφημερεύων Πα[πα]Γεώργιος.[25]

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ

  
eve_kaplanoglou17
 

Σχολιάστε