Το έθιμο της Γουρνοχαράς τις ημέρες των Χριστουγέννων στο Βόιο

Αυγερινός Βοΐου: Το έθιμο της Γουρνοχαράς

Την τελευταία Κυριακή του Δεκεμβρίου πραγματοποιείται στον Αυγερινό το έθιμο της «Γουρνοχαράς».


Έθιμο από παλαιοτάτων ετών διαδεδομένο στον Αυγερινό, το οποίο έτεινε να χάσει την αίγλη και την μεγαλοπρέπεια που του έδιναν οι προηγούμενες γενιές, αλλά που αναβιώνει με μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια χάρη στις προσπάθειες του Πολιτιστικού Συλλόγου.

Τα παλιά χρόνια όλες οι ετοιμασίες είχαν τη σειρά τους και οι Αυγερινιώτες επαναλάμβαναν με ευλάβεια ό,τι και οι πρόγονοί τους, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Από νωρίς οι σφαχτάδες ακόνιζαν τα μαχαίρια τους και ομαδικά όλο το χωριό, έσφαζε τα καλοταϊσμένα γουρούνια του, που κάθε νοικοκύρης απαραιτήτως διέθετε. Αξέχαστες είναι για τους παλιότερους, οι γουρνοχαρές με τα ομαδικά σγουρλίσματα, με τις τσιγαρίδες και τη μπαμπούλιου, με τα λουκάνικα και το κεμπάπ και με τα γλέντια που συνόδευαν κάθε σφαγή γουρουνιού.

Έτσι και τώρα οι ετοιμασίες αρχίζουν από νωρίς, σφάζοντας τα γουρούνια, λιώνοντας το λίπος τους για τις τσιγαρίδες, ψήνοντας το κεμπάπ, τις μπριζόλες, τα παϊδάκια και τα λουκάνικα για να τα γευτούν όλοι οι επισκέπτες.

Επίσης προσφέρεται κάθε είδος πίτας απ’ τις γυναίκες του χωριού, αρμιά, κάστανα, γλυκά, άφθονο κρασί συνοδευόμενα από τους ήχους παραδοσιακής μουσικής.

Γαλατινή Βοΐου

Το γουρούνι και η φούσκα

Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Άκουγε κανείς μια εβδομάδα πριν από τα κόλιαντα, τα γουρούνια πρωί-πρωί πότε στη μια και πότε στην άλλη γειτονιά να βγάζουν εκείνες τις γνωστές φωνές, τα γκουρλίσματα. Έβγαινε στην αυλή του σπιτιού το τρανό και παχύ γουρούνι χωρίς την παραμικρή υποψία για το κακό που το περίμενε και τότε οι δυο-τρεις που παράστεκαν το ξάπλωναν και ο ένας βύθιζε το δίκοπο μαχαίρι στο λαιμό. Ακολουθούσε μετά το γδάρσιμο και το λιάνισμα. Εκεί κοντά στεκόταν και το μικρό του σπιτιού για τη φούσκα. Το παιδάκι παρακολουθούσε τη σκηνή του σφαξίματος, γιατί ενδιαφέρονταν πότε θάρθει η στιγμή που ο σφάχτης θα του δώσει τη φούσκα. Μόλις την έπαιρνε, την έπλενε και τη φούσκωνε. Καθώς φυσούσε, φούσκωναν και κοκκίνιζαν τα μικρά του μάγουλα και γυάλιζαν από τη χαρά τα μάτια του για το μεγάλο απόκτημα. Για πολύ καιρό είχε να παίζει με τη φούσκα. Έβγαινε στη γειτονιά και την κρατούσε στα χέρια, την πετούσε προς τα πάνω σαν μπαλόνι και πηδούσε όλο χαρά να τη φτάσει. Ήταν απαρηγόρητο αν την έπαιρνε η γάτα και την έτρωγε. Μέρες μπορεί να έκλαιγε για το κακό αυτό. Η φούσκα δινόταν πάντα δώρο στο πιο μικρό αδελφάκι από τα παιδιά του σπιτιού. Καμμιά φορά έβαζε μέσα και σπειριά από ροβίθι και όπως στέγνωνε με τον καιρό, χτυπούσαν αυτά στη φούσκα και την έκανε τσιουγκαλίδι, δηλαδή κουδουνίστρα.

Τα μεγαλύτερα, όμως, παιδιά είχαν το μάτι και στην υπόλοιπη παραγωγή που έδινε το γουρούνι. Θα δοκίμαζαν αμέσως μετά το σφάξιμο, μαζί με τους μεγάλους, την τηγανιά, που ήταν να γλείφεις τα δάχτυλά σου, έτσι όπως την έκανε η μάνα πάνω στη φωτιά με λίγο κρασί μέσα. Μοσχοβολούσε ο τόπος. Ύστερα γίνονταν και πίτες, με μπόλικη φρέσκια λίγδα, και τσιγαρίδες που ήταν το προσφάγι των παιδιών. Αυτές γινόταν από τα κομμάτια του παστού, που τα έβραζε και τσιγάριζε η μάνα στο χαρανί για να γεμίσει τα τρία-τέσσερα δοχεία λίγδα που θα ήταν το λίπος όλης της χρονιάς. Τα πατσάδια, πάλι διατηρούνταν σε πιάτα και πιατέλες παγωμένα πάνω στα παράθυρα του βορεινού οντά, που το θέριζε ο βοριάς και ήταν πρώτης τάξεως ψυγείο. Βαστούσαν μήνα και παραπάνω και ζεσταμένα ή παγωμένα ήταν πάντα ευπρόσδεκτα, με την ευχάριστη μυρωδιά και γεύση, όπως τα μαγείρευαν στο σπίτι, το οποίο, στ’ αλήθεια, γέμιζε με το χοιρινό κρέας και τα παράγωγά του. Πολλές θηλιές λουκάνικα, περασμένες σε μακρύ ξύλο και αραιά η μία από την άλλη, κρέμονταν εκεί στο βορεινό δωμάτιο. Βρισκόταν στο σπίτι ως τις Τρανές τις Αποκριές. Ευωδίαζε το σπίτι όταν οι μητέρες τηγάνιζαν τα λουκάνικα με αυγά. Μια θηλιά μπορούσε να φτάσει για ένα γεύμα όλης της οικογένειας. Τα λουκάνικα γινόταν από τα έντερα, που τα καθάριζαν καλά, τα στέγνωναν φουσκωμένα αρκετές μέρες και ύστερα τα γέμιζαν. Το γέμισμα ήταν με χοιρινό και πρόβειο κρέας αλεσμένο στη μηχανή. Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν οι μηχανές του κιμά, το κρέας το χτυπούσαν με μικρό τσεκούρι πάνω σε κούτσουρο για πολλή ώρα, ώσπου να γίνει μικρά κομματάκια και να πολτοποιηθεί.

Μέσα στα έντερα έβαζαν μυρωδικά, ρίγανη, μαυροπίπερο και άλλα. Στο γέμισμα χρειαζόταν προσοχή για να μη κοπούν. Με ειδικό χουνί σιγά-σιγά πρόσθεταν λίγο-λίγο τον κιμά και τον πίεζαν με το αδράχτι ή με ένα ειδικό ξυλαράκι• στο τέλος η μητέρα τα τρυπούσε με το βελόνι, για να βγαίνει ο αέρας.

Άλλο, πάλι, αγαθό που χαίρονταν τα παιδιά και προερχόταν από το γουρούνι ήταν τα τσαρούχια. Μόλις ερχόταν η άνοιξη, ο παππούς άρχιζε να κάνει τσαρούχια για τα εγγόνια. Μετρούσε την πατημασιά κάθε παιδιού πάνω στο δέρμα του γουρουνιού, χάραζε με την κοφτερή μπλίκρα και έκοβε με το προβατοψάλιδο το ζευγάρι καθενός. Άρχιζε μετά με το κοπίδι να κάνει τις τρύπες γύρω-γύρω, να τις ανοίγει με το σουγλί και να φτιάχνει πρώτα τη μύτη. Μετά έπλεκε ολόγυρα τις λουρίδες και τα τελείωνε. Τα παιδιά φορούσαν γεμάτα χαρά τα καινούργια τους γουρνοτσάρουχα και με σβελτάδα έτρεχαν στη γειτονιά για τα παιχνίδια.

Το τομάρι του γουρουνιού το αλάτιζαν από μέσα, το τέντωναν και πρόσθεταν και λίγα πίτουρα. Πολλοί το έδιναν στο σαμαρά για να κάνουν σαμάρι για το γάϊδαρο, οι υπόλοιποι το χρησιμοποιούσαν για τα τσαρούχια.

tovoion.com

  
eve_kaplanoglou17
 

Σχολιάστε