«Διαολεμένες» βάρδιες, η μαυρίλα που… κολλάει παντού και ο κυρίαρχος ρόλος του λιγνίτη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ε. Σοφιανού

Επικίνδυνες, «βρώμικες» δουλειές, «διαολεμένες» βάρδιες και χιλιόμετρα κάμπου και χωριών τυλιγμένα με τη μαυρίλα από την τέφρα που κολλάει παντού, τη μαυρίλα που έβγαινε επί μια εβδομάδα από τη μύτη των παιδιών κάθε φορά που τη φυσούσαν, είναι στοιχεία βγαλμένα από τα «σπλάχνα» της βιομηχανικής παράδοσης στη Δυτική Μακεδονία.

   Στα άδυτα της… βαριάς αυτής παράδοσης εισχωρεί η Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου, στην ειδική έκδοση – δοκίμιο, με τίτλο «Άνθρωποι, Ενέργεια, Εποχές», όπου καταγράφεται ο κυρίαρχος ρόλος του λιγνίτη που «γεννά» η γη της Δυτικής Μακεδονίας για το εθνικό ενεργειακό τοπίο και το πλέγμα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών προεκτάσεων που προκάλεσε η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

   «Ποτέ άλλοτε στην περιοχή μας δεν είχαν συντελεστεί τόσο δραματικές μεταβολές στην καθημερινότητα και στις ξεχωριστές περιστάσεις, στην επικοινωνία και στην κινητικότητα, στην οικογένεια και στην νέα κοινωνική διαστρωμάτωση, όλες μέσα σε μια γενιά. Κατά πόσο εκμοντερνίστηκαν, όμως, παράλληλα τα ήθη και οι νοοτροπίες είναι προς διερεύνηση από ειδικούς» είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Μόμτσιου.

   Η ειδική έκδοση – δοκίμιο, ανασύρει μνήμες και εικόνες από το παρελθόν για όσους κατοικούν, αλλά και όσους έχουν επισκεφθεί την περιοχή της Πτολεμαΐδας. Για τους κατοίκους δε, που γνωρίζουν από «πρώτο χέρι» τη βιομηχανική «έκρηξη» που σημειώθηκε τη δεκαετία του ’60 με τα «Έργα της Πτολεμαΐδας» -όρος που σταδιακά έφτασε να χαρακτηρίζει και τα εργοστάσια της ΔΕΗ, τα ορυχεία, την ΑΕΒΑΛ κι οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική μονάδα παραγωγής ενέργειας εμφανιζόταν στο χώρο ανάμεσα στην Κοζάνη και τα Καϊλάρια- οι μνήμες είναι, ακόμα, ζωντανές.

   Το δοκίμιο συμπεριλαμβάνεται στις παρακαταθήκες του διακρατικού προγράμματος Histcape, που υλοποίησε το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας. Μία από τις δράσεις του προγράμματος ήταν η δημιουργία ιστοσελίδας για τη βιομηχανική κληρονομιά (www. industrialheritage.gr), όπου συγκεντρώθηκε και καταγράφεται σχετικό υλικό, αλλά και μια πολύ ενδιαφέρουσα εικονική περιήγηση (ως πρώτη πιλοτική) στον χώρο της πρώην ΑΕΒΑΛ στην Πτολεμαΐδα, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο συντονιστής της ειδικής αυτής δράσης και τεχνικός σύμβουλος του προγράμματος Κωνσταντίνος Καραμάρκος.

   «Στην περιοχή όταν κάποτε μιλούσαν για τις δημόσιες βιομηχανικές δράσεις (ΔΕΗ, ΑΕΒΑΛ, ΜΑΒΕ, ΕΛΣΙ κλπ) και κυρίως τις εξορυκτικές και παραγωγικές δράσεις της ΔΕΗ, οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τις δύο λέξεις: Τα Έργα» σημείωσε ο κ. Καραμάρκος.

   «Τα Έργα»

   «Τα Έργα άλλαξαν τη ζωή και τη φυσιογνωμία του τόπου με δραματικό τρόπο και τόσο γρήγορα που οι κοινωνίες της περιοχής δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο να απορροφήσουν τις αλλαγές με “φυσιολογικό” τρόπο» υπογράμμισε η κ. Μόμτσιου.

   Πρόσθεσε δε, ότι οι πιο πολλοί κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας, που έζησαν το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής τους στην περιοχή, δεν τη γνώρισαν στην προ-βιομηχανική της εποχή. «Δεν ξέρουν πώς ήταν η ζωή εδώ χωρίς τη ΔΕΗ, χωρίς τη ΛΙΠΤΟΛ, χωρίς την ΑΕΒΑΛ. Δεν μπορούν να φανταστούν τι θα πει οικονομική δραστηριότητα που να μη σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τα “Έργα'».

   Κι αυτό- σύμφωνα με την ίδια- είναι απόλυτα κατανοητό. «Μια απλή μαθηματική πράξη χρειάζεται: Η Σύμβαση μεταξύ Ελληνικού ∆ημοσίου και της εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων του Μποδοσάκη για την εκμετάλλευση του κοιτάσματος λιγνίτη της Πτολεμαΐδας υπογράφηκε το 1955. Έτσι, ακόμα και οι σημερινοί ογδοντάρηδες ήταν 20 χρονών, όταν ο τόπος μας άρχισε τη μακριά του πορεία στο χώρο της βιομηχανίας» τόνισε.

   Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο δοκίμιο, πριν από τα Έργα, «οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου ήταν ως επί το πλείστον αμπελουργοί, κτηνοτρόφοι και αγρότες, σε μια άχαρη πάλη με εδάφη που δεν αντάμειβαν με πλούσια παραγωγή, καθώς βρίσκονταν πάνω από μεταλλοφόρα και λιγνιτοφόρα κοιτάσματα. Κοιτάσματα που λίγοι γνώριζαν ότι υπάρχουν. Κι ακόμη λιγότεροι ζούσαν από αυτά. Ήταν κυρίως οι κάτοικοι των χωριών Κοσλούκιοϊ (Καρυοχώρι), Καραμπουνάρ (Μαυροπηγή), Δορουτλάρ (Προάστιο), Τζαλτζιλάρ (Φιλώτας) Κόμανος και Ναλμπάν κιόϊ (Περδίκας). Μικρασιάτες πρόσφυγες και παλιοί ανθρακωρύχοι οι περισσότεροι, άνοιγαν λαγούμια βάθους 10-20 μέτρων στις αυλές και στους χώρους γύρω από το σπίτι τους και με χίλιους κόπους και κινδύνους ξεκολλούσαν το κάρβουνο, το ανέβαζαν στην επιφάνεια και περίμεναν τους αγοραστές».

   Τα φωτισμένα μυαλά και… ο Μπουδουσάκς!

   Χρειάστηκαν κάποια φωτισμένα μυαλά και τολμηροί επιχειρηματίες για να γίνει το πρώτο βήμα. Κι αυτοί πάλι ήρθαν από μακριά, πρόσφυγες από την Ιωνία, που εγκαταστάθηκαν στην Πτολεμαΐδα, μεταφέροντας την τεχνογνωσία εκμετάλλευσης του πολύτιμου υλικού.

   Ο πρώτος που το 1925 ζήτησε και πήρε το δικαίωμα δημιουργίας και εκμετάλλευσης ορυχείων στην περιοχή του Προαστίου ήταν ο Γεώργιος Παυλίδης, από τη Φώκαια της Σμύρνης.

   Ο ίδιος συνεταιρίστηκε αργότερα με τον Κώστα Αδαμόπουλο και οι δυο τους εκμεταλλεύτηκαν το λιγνίτη επί 20 χρόνια, πριν παραχωρήσουν τα σχετικά δικαιώματα στην εταιρία ΑΒΕΟΚ και αργότερα ΛΙΠΤΟΛ του Πρόδρομου Αθανασιάδη, περισσότερο γνωστού ως Μποδοσάκη.

   Μικρασιάτης κι αυτός, έφτασε με την οικονομική του δράση στην περιοχή να αποκτήσει διαστάσεις θρύλου και το όνομά του να γίνει συνώνυμο του ζάμπλουτου ανθρώπου. «Δεν είμι κι Μπουδουσάκς» έλεγαν οι Κοζανίτες πατεράδες στα παιδιά τους, όταν τολμούσαν να τους ζητήσουν καμιά δραχμή παραπάνω! Τα παιδιά δεν είχαν βέβαια ιδέα τι εστί Μποδοσάκης… Κι αγνοούσαν φυσικά ότι ήταν δικό του το Μπρικετάδικο, από όπου έπαιρναν 2-3 τόνους μπρικέτες στο τέλος του καλοκαιριού για να βγάλουν το χειμώνα, και τις κουβαλούσαν οικογενειακώς στα υπόγεια, με τη μαυρίλα να κολλάει παντού και να βγαίνει επί μια βδομάδα από τη μύτη τους, κάθε φορά που τη φυσούσαν.

   Η πρώτη διερεύνηση

   Αλλά και η πρώτη διερεύνηση, που αφορούσε την εκμεταλλεύσιμη ποσότητα καθώς και τις δυνατότητες αξιοποίησης των κοιτασμάτων, έγινε το 1938 από ξένον επιστήμονα, τον Γερμανό καθηγητή K. F. Kegel της Bergakademie στο Freiberg του Saar.

   Η ευφορία που έφεραν τα υπεραισιόδοξα αποτελέσματα των ερευνών (6 δισεκατομμύρια τόνοι!) σκεπάστηκε από τη φρίκη και το ρημαδιό του πολέμου και μόνον καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα ξεκίνησαν νέες πρωτοβουλίες.

   Το 1956 εμφανίστηκαν οι πρώτοι Γερμανοί στην περιοχή και ιδιαίτερα στην πόλη της Κοζάνης. Ήταν μηχανικοί και τεχνίτες της Εταιρείας KHD AG, που είχε αναλάβει για λογαριασμό του Μποδοσάκη την κατασκευή του Εργοστασίου Αζωτούχων Λιπασμάτων, για την αξιοποίηση του πλεονάζοντος λιγνίτη, την μπρικετοποίηση και ένα σταθμό παραγωγής ενέργειας. Τον ΑΗΣ Πτολεμαΐδος.

   Οι «εξωγήινοι», αλλά «large» Γερμανοί

   Ο κόσμος αντιμετώπισε με μικτά αισθήματα -από θαυμασμό και δουλοπρέπεια μέχρι δυσπιστία, και πάντα με μπόλικη σάτιρα- τους Γερμανούς που έφθασαν στην περιοχή.

   «Δεν ήταν απλώς ξένοι, άνθρωποι από άλλη πόλη της χώρας δηλαδή, που κι αυτοί ξεχώριζαν σαν τη μύγα μεσ” το γάλα εκείνες τις εποχές. Ήταν σαν να έρχονταν από άλλον πλανήτη! Διαφορετικοί σε όλα, πέρα από κάθε δυνατότητα ενσωμάτωσης ή έστω προσωρινής αμοιβαίας αναγνώρισης και επικοινωνίας. Ασήκωτη η μπάρα της ξένης γλώσσας…» αναφέρεται στο δοκίμιο.

   Όμως, «ήταν πολύ “large” οι Γερμανοί! Κανένα παζάρι, καμιά τσιγγουνιά σε καμιά συναλλαγή! Τόσο αυτοί όσο και οι πρώτοι Γάλλοι που ήρθαν το 1958. Πλήρωναν χωρίς σχόλια τα “υψηλά” για τα στάνταρ της εποχής ενοίκια που σιγά-σιγά έμαθαν να ζητούν οι ιδιοκτήτες τους και ψώνιζαν ασυνήθιστα τρόφιμα εισαγωγής που άρχισαν να φέρνουν οι πιο ξύπνιοι μπακάληδες του κέντρου χωρίς να συζητούν την τιμή. Οι δε “εργένηδες” έβγαιναν κάθε βράδυ στα εστιατόρια και τις ταβέρνες της πόλης, ανεβάζοντας την κατανάλωση αλλά και τον τζίρο των μαγαζιών».

   Η προσπάθεια «κατάκτησης» του κοζανίτικου… αξάν!

   Πέραν, όμως, των Γερμανών και των Γάλλων (στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισαν να καταφθάνουν οι Γάλλοι εργαζόμενοι της εταιρείας ALSTOM που είχε αναλάβει τον εξοπλισμό των έργων του ΥΗΣ Πολυφύτου), στην περιοχή συνέρρεαν και εργαζόμενοι από άλλα μέρη της Ελλάδας, που έτυχαν άλλης αντιμετώπισης.

   «Αρκετοί απ” αυτούς έκαναν ισόβιες φιλίες, άλλοι έμειναν εδώ για πάντα και κάποιοι ερωτεύτηκαν Κοζανίτισσες, παντρεύτηκαν και μπήκαν για τα καλά στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας, χωρίς ποτέ βέβαια να μπορέσουν να μιλήσουν Κοζανίτικα ούτε να αποκτήσουν το σχετικό αξάν!» τονίζεται σε άλλο σημείο του δοκιμίου.

   «Διιτζής! Μπράβου κουρίτσι μ!»

   Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’60, ο κόσμος ήταν απρόθυμος να απασχοληθεί στα ορυχεία, σύμφωνα με μαρτυρίες παλιών στελεχών της ΔΕΗ, που τριγυρνούσαν στα χωριά προσπαθώντας να … συγκινήσουν τους κατοίκους!

   Όταν ανέβηκαν οι αμοιβές άλλαξαν βέβαια τα πράγματα, με αποτέλεσμα και η πόλη της Κοζάνης να «δει» από τη δεκαετία του ’70 και μετά ένα συγκριτικά μεγάλο ποσοστό του ενεργού πληθυσμού να αλλάζει επάγγελμα.

   Παύει βέβαια να είναι «αφεντικό» και γίνεται εργαζόμενος στη βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα βλέπει το βιοτικό του επίπεδο να ανεβαίνει σταθερά λόγω της αύξησης των εισοδημάτων του.

   «Το δηλωθέν εισόδημα ανά κάτοικο στον νομό φτάνει τα 4.637,80 ευρώ το 2001, προσεγγίζοντας το 93% του αντίστοιχου μέσου όρου της χώρας. Η μεγάλη αυτή διαφορά δεν μπορεί παρά να σχετίζεται άμεσα και με την αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων κυρίως στη βιομηχανία ενέργειας, εισοδήματα που στη συνέχεια ενισχύουν την τοπική αγορά με πολλούς τρόπους. Όχι ευκαταφρόνητα είναι και τα ποσά των αποζημιώσεων από τις μετεγκαταστάσεις οικισμών κυρίως της πρώτης περιόδου, αρχής γενομένης από τη μετεγκατάσταση της Καρδιάς, το 1985» επισημαίνεται -μεταξύ άλλων- στο δοκίμιο.

   Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται κι άλλες πηγές πλουτισμού που σημάδεψαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όπως π.χ. τα ευρωπαϊκά πακέτα και η οικοδομική δραστηριότητα κυρίως λόγω της αντιπαροχής, αλλά αυτές ίσχυαν παντού στη χώρα και δεν εξηγούν αυτή τη διαφορά εισοδήματος.

   Τα νέα ήθη της αγοράς τα παρατηρούσαν οι υπόλοιποι κάτοικοι σαν απλοί «θεατές» και- όπως αναφέρεται στο δοκίμιο- οι περισσότεροι τα διακωμωδούσαν ή τα φθονούσαν, όχι όμως στη βάση ιδεολογικών ενστάσεων.

   Αντιθέτως προσπαθούσαν με κάθε τρόπο, αξιοκρατικό ή ρουσφετολογικό, να διοριστούν στα «Έργα» οι ίδιοι ή τα παιδιά τους, ενώ οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ κυρίως θεωρούνταν εξαιρετικοί γαμπροί! «Διιτζής! Μπράβου κουρίτσι μ!».

   Ο οικισμός του ΑΗΣ Πτολεμαΐδας

   Ο οικισμός βρισκόταν τόσο κοντά στα εργοστάσια, που η σκιά από τις καμινάδες έπεφτε στα πρώτα σπίτια. Σε όλα τα σπίτια, βέβαια, κι όχι μόνο στα πρώτα, έπεφτε κι η τέφρα των καμινάδων του ΑΗΣ, σε εποχές που δεν υπήρχαν οι συστηματικές μετρήσεις των εκπομπών ρύπων και μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων ώστε να ανησυχήσουν σοβαρά οι άνθρωποι.

   Παλιοί οικιστές θυμούνται με νοσταλγία εκείνη την εποχή, με μόνη εξαίρεση το μαύρο νερό που έβγαζαν όταν σφουγγάριζαν, και το βήχα των παιδιών τους… Τα παιδιά που ζωγράφιζαν καμινάδες και φουγάρα αντί για σπιτάκια, όταν πήγαιναν στο Νηπιαγωγείο του Οικισμού.

   Μετεγκαταστάσεις και απαλλοτριώσεις και οικολογικές ανησυχίες

   Οι μετεγκαταστάσεις οικισμών και οι απαλλοτριώσεις, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος και οι οικολογικές ανησυχίες συνθέτουν την άλλη «όψη» του ίδιου «νομίσματος».

   Στην περιοχή απαλλοτριώθηκαν συνολικά 5 χωριά, 4 ακόμη περιμένουν τελικές ρυθμίσεις εκ μέρους των αρμοδίων και άλλα 5 βρίσκονται σε αναμονή επίλυσης των προβλημάτων διαβίωσής τους, παρόλο που έχουν δικαιωθεί τα αιτήματά τους, επισημαίνεται στο δοκίμιο.

   Προστίθεται δε, ότι «οι κάτοικοι κάποιων οικισμών, όπως η Ακρινή κι ο Άγιος Δημήτριος στις παρυφές του ορυχείου του Νοτίου Πεδίου, οι Άγιοι Ανάργυροι και το Κλειδί κοντά στο ορυχείο Αμυνταίου και στο Νομό Φλώρινας, η Αχλάδα δίπλα στο ομώνυμο ορυχείο, ίσως αποτελέσουν τους πρώτους περιβαλλοντικούς πρόσφυγες της χώρας. Στο υπέδαφός τους δεν υπάρχει λιγνίτης αλλά η παραμονή τους γίνεται απαγορευτική λόγω της μεγάλης ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος χώρου».

   Βλάβες στην υγεία εργαζομένων και κατοίκων, υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και εξάντληση φυσικών πόρων ήταν η αιτιολογία για τη θέσπιση του Ανταποδοτικού Τέλους 0,5% που διέθετε η ΔΕΗ στους νομούς Κοζάνης, Φλώρινας και Αρκαδίας, ποσό το οποίο για το Νομό Κοζάνης π.χ. έφτανε τα 15 εκατομμύρια το χρόνο.

   «Στην πράξη όμως μεγάλο κομμάτι του σημαντικού αυτού κονδυλίου σπαταλήθηκε σε αντιπαραγωγικές επενδύσεις, δεν συνετέλεσε στην ανάπτυξη της περιοχής και ελάχιστα συνέβαλε στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος», επισημαίνεται στο δοκίμιο.

   «Υπάρχει ένας διεθνής νεολογισμός: 3D jobs. Χαρακτηρίζει δουλειές που συγκεντρώνουν σωρευτικά 3 ιδιότητες, είναι dirty, dangerous difficult – δηλ. βρώμικες, επικίνδυνες δύσκολες. Είναι τόσο ανεπιθύμητες που, παρά τις αδρές αμοιβές, τις κάνουν κυρίως οικονομικοί μετανάστες χωρίς στον ήλιο μοίρα. Σε 3D λίστες διεθνών οργανισμών, το επάγγελμα του ανθρακωρύχου φιγουράρει στις πρώτες θέσεις. Στην Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση στον πίνακα βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Δικαίως! Υπάρχει κίνδυνος παντού. Προσθέστε στα παραπάνω και τη συνεχή έκθεση σε ρύπους, στο διοξείδιο του άνθρακα, στην τέφρα και έχετε μια εφιαλτική εργασιακή καθημερινότητα» ανέφερε η κ. Μόμτσιου.

   «Τα Έργα» στην… υπηρεσία της βιομηχανικής παράδοσης

   Πώς, όμως «Τα Έργα» μπορούν να αποτελέσουν ένα κομμάτι του νέου ενεργειακού πολιτισμού; Λύσεις υπάρχουν, σημειώνει η κ. Μόμτσιου και θα συμπληρώσει πως «πολλά υπόσχεται και η στροφή στους εγκαταλειμμένους χώρους βιομηχανικής δραστηριότητας τόσων χρόνων. Για να τους αναπλάσουμε, προικίζοντάς τους με νέες χρήσεις και καινούργια επαγγέλματα, και προσελκύοντας πολύ ξεχωριστές κατηγορίες ταξιδιωτών. Αλλά και για να τους διασώσουμε και μελετώντας τους, να κατανοήσουμε ένα σημαντικό κομμάτι της ταυτότητάς μας, ως κατοίκων αυτής της πολύπαθης περιοχής: Δουλειά, συνετή διαχείριση, αισιοδοξία και φαντασία χρειάζεται».

Κοινοποιήστε
Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+0Email this to someonePrint this page

Σχολιάστε