Εμείς που γεννηθήκαμε στην Κοζάνη γύρω από το 1960 – Άρθρο του Παναγιώτη Τσιούκρα

Δεν γεννηθήκαμε σε εξειδικευμένες μαιευτικές κλινικές και περάσαμε, σχεδόν όλοι,  ανεμοβλογιά, ιλαρά, μαγουλάδες κ.λ.π.

Τα σπίτια μας είχαν δάπεδα από μωσαϊκό, ή ξύλο στα δωμάτια και ζεσταινόμασταν με σόμπες που έκαιγαν  ξύλα & κάρβουνα. Τα τρόφιμα διατηρούνταν αρχικά σε «φανάρια» και στη συνέχεια σε παγωνιέρες με πάγο από το ΨΥ.ΠΑ.ΚΟ., ενώ τα γάλατα τα μεταφέραμε σε «μπακράτσια». Είχαμε την υπομονή να περιμένουμε να «ωριμάσουν» πλήρως οι τεχνολογίες των ψυγείων, των τηλεφώνων και των τηλεοράσεων και ιδιαίτερα των αυτοκινήτων.

Οι γκουρμέ γεύσεις (σπανίως) εκτός σπιτιού ήταν τα φαγητά του Ζορμπά, του Πλάτανου της Καλλιθέας, της Αράχνης, του Χατζηδάμου, του Τζήκα στο Χρυσό Πέταλο κ.α., η μπουγάτσα του Θωμά, τα κώκ του Κρίνου, η πουτίγκα του Βυζαντίου και οι μπαμπάδες του Μανώλη. Οι fast food προτιμήσεις ήταν οι τυρόπιτες του Βαμβακά, τα λουκάνικα του Λάτσκου και του Τσικριτζή, το σάμαλι του Ναούμ και ο χασλαμάς του Ηλία.

Σχολείο πηγαίναμε και τα Σάββατα. Η «ράβδος» ως παιδαγωγική μέθοδος ήταν στην ημερήσια διάταξη, δεδομένου ότι η Μοντεσοριανή προσέγγιση δεν ενέπνεε κανέναν. Ούτε, φυσικά, στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Αρρένων! Κάποιοι μαθητές ξαναπήγαιναν στην ίδια τάξη για να … μάθουν τα γράμματα καλύτερα. Ενδυματολογικά οι μαθήτριες (ακόμη και στο «Θηλλέων») απεχθάνονταν τα σινιέ ρούχα και προτιμούσαν τις «ποδιές», οι οποίες, εκτός των άλλων, κάλυπταν  αποτελεσματικά τα «σκονάκια» στα διαγωνίσματα και με μια ζώνη μετατρέπονταν αυτόματα σε … «μίνι»!

Τον ελεύθερο χρόνο μας τον αξιοποιούσαμε πλήρως. Παίζαμε ποδόσφαιρο στις αλάνες του Κανδύλη, στο περιφραγμένο κ.λ.π. με αυτοσχέδια δοκάρια από ρούχα ή τσάντες,  όχι με χρονόμετρα, ρολόγια και άλλες αηδίες, αλλά στα 10 γκολ, στα 20, στα 30… Δροσιζόμασταν  πίνοντας νερό από το «λάστιχο», σε παρακείμενες υπό ανέγερση οικοδομές ή στο παλιό 6Ο Δημοτικό. Για ξεκούραση υπήρχαν οι μπίλιες, τα καπάκια στο πεζοδρόμιο, το σκλεντζαράκι, τα πατίνια με ρουλεμάν, το ποδήλατο, το αμερικάνικο κουτί, το κρυφτό όταν νύχτωνε κ.α.

Για τις καθημερινές μας μετακινήσεις εκτιμούσαμε, ότι το περπάτημα ήταν  το πιο σίγουρο βήμα για μια τέλεια σιλουέτα. Τα χιλιόμετρα που έχουμε «γράψει» στη «βόλτα» αμέτρητα. Σπάνια παίρναμε το μοναδικό μπλέ αστικό για διαδρομή «εντός πόλεως», με τον εισπράκτορα δίπλα στην πίσω πόρτα στριμωγμένο, αγκαλιά με το μικρόφωνο και την κερματοθήκη. Στάση …  σιταροπάζαρο, εκκλησάκι κ.λ.π. Οι πολύ τυχεροί έβρισκαν κενή θέση μπροστά, δίπλα στη μηχανή. Αξέχαστη εμπειρία! Ακόμη πιο σπάνια, χρησιμοποιούσαμε τα γκρίζα τεράστια ταξί, που έκαναν πιάτσα στην πλατεία.

Παπούτσια, συνήθως, αγοράζαμε το Πάσχα  από τον  Πάπιστα, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι τα χρησιμοποιούσαμε και ως … «ποδοσφαιρικά». Για τις σχετικές διορθώσεις φρόντιζαν οι τσαγκάρηδες – όπως ο συγχωρεμένος θείος μου, ο Λίας, σε μια φιλόξενη καμαρούλα στ’ Αλώνια, με διάχυτη τη μυρουδιά της δερματόκολλας και τα περίεργα καλαπόδια. Γενικά, ράφτες & μοδίστρες, κουρείς & κομμώτριες, σαμαρτζήδες & πεταλωτήδες, μαραγκοί & καρεκλάδες, σιδεράδες & κωδωνάδες, οι γανωτζήδες, οι γεωργοί, οι κτηνοτρόφοι, οι έμποροι κ.α. δούλευαν ακατάπαυστα, κόντρα στο φόβο της τότε εποχής και συνιστούσαν αυτό που λέμε σήμερα μοχλό ανάπτυξής, δηλαδή την επιχειρηματικότητα!

Από τις επτά τέχνες λατρεύαμε την έβδομη. Τοπικοί «ναοί» της σπουδαίας περιόδου του ελληνικού και όχι μόνο, κινηματογράφου ήταν το Άστρο, το Ηρώ, το Τιτάνια (πριν εξειδικευτεί στα «πολεμικά»), το Ολύμπιο (χειμερινό & θερινό) και μετέπειτα ο Φίλιππος. Πάντα παρέα με φίλους, με τους οποίους τα μοιραζόμασταν όλα: σπόρια, ποπ-κορν, πορτοκαλάδες, γκαζόζες ή ταμ-ταμ και φυσικά την αστείρευτη καζούρα.

Το πρωί της Κυριακής είχε εκκλησιασμό και προσκοπισμό, ενώ το μεσημέρι μετά την παραλαβή του ψητού από το φούρνο ακολουθούσε το οικογενειακό γεύμα. Κατόπιν γήπεδο για να δούμε κάποιο αγώνα, ή ακούγαμε από το ραδιόφωνο τον Γεωργίου & τον Λογοθέτη. Αργότερα  βλέπαμε στην τηλεόραση στιγμιότυπα των αγώνων με τον Διακογιάννη & τον Φουντουκίδη (Αθλητική Κυριακή).
Αποκριές, Νιάημερος, Πάσχα, 15Αύγουστος και άλλες χρονιάρες μέρες ήταν παραδοσιακά πανηγυρικές. Αυθεντικές μαζικές εκδηλώσεις χαράς και γλεντιού με όργανα, μικροπωλητές κ.λ.π. Πρώτοι απ’ όλους, απολαμβάναμε τη μαγική ατμόσφαιρα του κεφιού, του πρόσκαιρου «νιάημερου», πάνω από την οποία πλανιόταν η μυρωδιά της τσίκνας από τα γνήσια κρέατα και της καμένης ζάχαρης από το μαλλί της γριάς.  

Τα καλοκαίρια, εκτός από το Κουρί και τις κατασκηνώσεις πηγαίναμε, κάπου – κάπου, για μπάνιο με τα πανάρχαια λεωφορεία του ΚΤΕΛ, που έβραζαν, στις κοντινές παραλίες της Κατερίνης, του Λιτόχωρου, άντε και στον Πλαταμώνα. Αξέχαστα τα κρυφά γέλια με … υπονοούμενα για κάποιους που, αδιάφορα δήθεν, υποκαθιστούσαν τα αποδυτήρια  με πετσέτα,  για να βγάλουν το μαγιό τους μακριά από … αδιάκριτα βλέμματα!

Όχι πάντα με … επιτυχία. Νερό, κεφτέδες, κιχιά κ.λ.π. ήταν σε θερμοκρασίες … φούρνου. Τα μόνα που τρώγονταν ήταν οι «Βελβενοί» γιαρμάδες, που σε κάθε δαγκωνιά «έτρεχαν» τα ζουμιά … στα «κατσαούλια».

Κάποιες φορές το «σεργιάνι μας στον κόσμο» έφτανε μέχρι και … στην «Έκθεση» της Θεσσαλονίκης!

Μεγαλώνοντας ξεκίνησαν, σιγά – σιγά, τα πάρτυ και οι ντισκοτέκ (Tiffany’s κ.α.) με αποκαρδιωτικές αναλογίες συμμετοχής αγοριών/κοριτσιών (10/1…!). Εμείς όμως … εκεί! Γίναμε … «μοντέρνοι» ακούγοντας ροκ, χορεύοντας σέικ & μπλουζ, πίνοντας …  βερμούτ με ξηρούς καρπούς. Στην καλή ξένη μουσική μας είχε «μυήσει» ο θρυλικός παραγωγός του ραδιοφώνου Γιάννης Πετρίδης με την εκπομπή «από τις 4 στις 5».

Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, άξιζε να ζήσουμε την λαμπρότερη μουσική περίοδο τόσο διεθνώς, όσο και στη χώρα μας, παράλληλα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.

Χωρίς την παραμικρή διάθεση εξωραϊσμού των πραγμάτων, η γενιά αυτή κατάφερε να αναδείξει μερικούς από τους αξιολογότερους συμπολίτες μας. Μεγαλώσαμε σαν ελεύθερα φυσιολογικά παιδιά με τις χαρές & τις λύπες μας σε μια εποχή αυστηρή, που δεν γινόταν εύκολα αποδεκτή κάθε ανώριμη συμπεριφορά. Είχαμε μάθει, όμως, από μικροί να χτυπάμε, να πέφτουμε και να ξανασηκωνόμαστε. Επιζήσαμε, (δυστυχώς όχι ο Πάικος) … και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε, … κόντρα στους κλέφτες των παιδικών μας ονείρων …!

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Παναγιώτης Γ. Τσιούκρας
Ηλεκτρολόγος Μηχ/κός ΤΕ, ΜΒΑ
ptsioukras@gmail.com

  
eve_kaplanoglou17
 

Σχολιάστε