ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αντιόχεια επί Ταύρω (σημερινή Gaziantep), ταυτίζεται ιστορικά με την Αντιόχεια επί Ταύρω (Antiochia ad Taurum) μια ελληνιστική αποικία που ιδρύθηκε στην περιοχή της αρχαίας Κομμαγηνής.
Πιθανολογείται ότι ιδρύθηκε από τον Νικάτορα Σέλευκο Α’ ή επανιδρύθηκε από τον Αντίοχο Δ’ τον Επιφανή των Σελευκιδών, ως μέρος του δικτύου πόλεων που έφεραν το όνομα της δυναστείας. Ως Σελευκιδική πόλη, αποτέλεσε κέντρο διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού και της Ελληνικής γλώσσας στην ενδοχώρα της Ανατολής.
ΘΕΣΗ
Η Αντιόχεια επί Ταύρω , βρισκόταν στις παρυφές της οροσειράς του Ταύρου, αποτελώντας κρίσιμο σταυροδρόμι για τα καραβάνια που κινούνταν από τη Μεσόγειο προς τη Μεσοποταμία.
Η πόλη Αντιόχεια στον Ταύρο σήμερα Γκαζιαντέπ (Gaziantep) βρίσκεται στη Νοτιοανατολική Τουρκία, σε ένα στρατηγικό σημείο όπου οι πρόποδες των βουνών του Ταύρου συναντούν τις πεδιάδες της Άνω Μεσοποταμία, .εντός της επαρχίας της Κομμαγηνής.
Βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 850 μέτρων, ανατολικά του ποταμού Ευφράτη. Ιστορικά, η θέση της ήταν κρίσιμη γιατί αποτελούσε το σταυροδρόμι των εμπορικών δρόμων που συνέδεαν την κεντρική Ανατολία (Καισάρεια/Ικόνιο) με τη Συρία (Χαλέπι/Δαμασκός) και τα λιμάνια της Μεσογείου (Αλεξανδρέττα/Μερσίνα).
Οδικές Αποστάσεις από το Γκαζιαντέπ
Οι αποστάσεις (κατά προσέγγιση) μέσω του σύγχρονου οδικού δικτύου είναι οι εξής:
-Πόλη Απόσταση (χλμ)
-Άδανα (Adana) 220 χλμ
-Μερσίνα (Mersin) 290 χλμ
-Αλεξανδρέττα (İskenderun) 160 χλμ
-Καισάρεια (Kayseri) 350 χλμ
-Ικόνιο (Konya) 560 χλμ
-Δαμασκός (Συρία) 360 χλμ
Σημείωση: Η διαδρομή προς τη Δαμασκό περνάει από το Χαλέπι (το οποίο απέχει μόλις 120 χλμ από το Γκαζιαντέπ), αλλά οι χρόνοι ταξιδιού επηρεάζονται από τις συνοριακές διαδικασίες και την τρέχουσα κατάσταση στην περιοχή.
ΟΝΟΜΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ & ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Το όνομα της πόλης άλλαξε με την πάροδο των αιώνων, αντανακλώντας τις πολιτικές αλλαγές.
1. Αντιόχεια επί Ταύρω
-Αντιόχεια: Το όνομα προέρχεται από το κύριο όνομα Αντίοχος (Ἀντίοχος + -εια), το οποίο έφεραν πολλοί βασιλείς της δυναστείας των Σελευκιδών. Οι οποία ίδρυσε την πολύ.
Υπήρξαν δεκάδες πόλεις με αυτό το όνομα στην Εγγύς Ανατολή.
-Επί Ταύρω: Ο προσδιορισμός «επί Ταύρω» (ή «του Ταύρου») χρησιμοποιήθηκε για να διακρίνεται η πόλη από άλλες ομώνυμες (όπως η Αντιόχεια επί Ορόντου) και υποδηλώνει τη γεωγραφική της θέση στην οροσειρά του Ταύρο
2. Άινταμπ (Aintab)
Άινταμπ (Aintab): Το όνομα επικράτησε κατά την οθωμανική περίοδο, προερχόμενο πιθανότατα από το αραβικό “Ain-i tab” (καλή πηγή).
3, Γκαζιαντέπ (Gaziantep):
Το πρόθεμα “Gazi” (Πολεμιστής της Πίστης) προστέθηκε το 1921 από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση, προς τιμήν της αντίστασης της πόλης κατά τη γαλλική κατοχή μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρόλο που η πόλη δεν είχε την ίδια πυκνότητα ελληνικού πληθυσμού με τα παράλια, η ελληνική της κληρονομιά παραμένει ζωντανή.
Στην ελληνική βιβλιογραφία, η πόλη αναφέρεται συχνά ως Άινταμπ, ειδικά σε κείμενα που αφορούν τους πληθυσμούς της περιοχής και τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΕΩΣ ΤΟ 1923
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, το Άινταμπ ήταν μια πολυπολιτισμική πόλη με σημαντικές κοινότητες Αρμενίων και μικρότερων ομάδων ελληνοφώνων ή ελληνορθοδόξων, οι οποίες συμμετείχαν στην εμπορική ζωή της πόλης.
Το Άινταμπ υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολυπολιτισμικά κέντρα της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας, με τον χριστιανικό πληθυσμό να κατέχει κυρίαρχο ρόλο στην οικονομία και την παιδεία της πόλης.
-Αρμενική Κοινότητα:
Αποτελούσε τη μεγαλύτερη χριστιανική ομάδα. Στις αρχές του 20ού αιώνα (περί το 1912-1914), υπολογίζεται ότι ζούσαν στην πόλη περίπου 36.000 Αρμένιοι.
Διέθεταν 6 εκκλησίες και πολυάριθμα σχολεία, ενώ ήλεγχαν κλάδους όπως η χρυσοχοΐα, η ταπητουργία και η βαφική.
-Ελληνική Παρουσία:
Αν και μικρότερη αριθμητικά σε σχέση με την αρμενική, η ελληνική κοινότητα (Ελληνορθόδοξοι) είχε έντονη παρουσία, κυρίως μέσω του εμπορίου και των επαφών με τα μεγάλα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας.
Το 1924, επίσημα αρχεία αναφέρουν την ύπαρξη περίπου 19.500 Αρμενίων στην επαρχία πριν από την αναχώρησή τους, ενώ οι Έλληνες ακολούθησαν τη μοίρα των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής κατά τις εκτοπίσεις και την ανταλλαγή.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η πόλη ιδρύθηκε από την Μακεδονική δυναστεία των Σελευκιδών προφανώς καταστράφηκε είτε από σεισμό είτε από επιδρομείς και η επανίδρυση αποδίδεται στον Σελευκίδη βασιλιά:που άκουγε στο όνομα Αντίοχος Δ’ Επιφανής των Σελευκιδών που βασίλευσε ανάμεσα στο 175–164 π.Χ.:
Ήταν γιος του Αντιόχου Γ’ του Μεγάλου και ένας από τους πιο ισχυρούς ηγεμόνες της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών.
Το προσωνύμιο «Επιφανής» σημαίνει «ο Θεός που φανερώθηκε» (Θεός Επιφανής).
Είναι γνωστός για την προσπάθειά του να επιβάλει τον ελληνιστικό πολιτισμό στην επικράτειά του, κάτι που οδήγησε στην επανάσταση των Μακκαβαίων στην Ιουδαία.
Κατά τη βυζαντινή εποχή, η πόλη απέκτησε ισχυρό αμυντικό χαρακτήρα, καθώς βρισκόταν στα σύνορα με τον αραβικό κόσμο.
Η αρχική οχύρωση αναβαθμίστηκε ριζικά από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ τον 6ο αιώνα μ.Χ., παίρνοντας τη μορφή ενός από τα πιο επιβλητικά κάστρα της Ανατολίας.
Μετά την αραβική κυριαρχία, η πόλη ανακτήθηκε από τους Βυζαντινούς τον 10ο αιώνα (περίοδος Νικηφόρου Φωκά), ενισχύοντας τη στρατηγική της σημασία ως προπύργιο της αυτοκρατορίας.
Η «Πύλη» προς τη Μεσοποταμία:
Η Αντιόχεια επί Ταύρω δεν ήταν απλώς μια πόλη, αλλά το στρατηγικό πέρασμα (Islahiye Valley) που ένωνε την κοιλάδα του Ορόντη (Συρία) με τα υψίπεδα της Ανατολίας. Αυτό την καθιστούσε τον «φύλακα» των ελληνιστικών και βυζαντινών συνόρων.
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Στο Γκαζιαντέπ φιλοξενούνται σήμερα τα εκπληκτικά ψηφιδωτά από την κοντινή ελληνιστική πόλη Ζεύγμα (ίδρυση από τον Σέλευκο), με διασημότερο το ψηφιδωτό της “Τσιγγάνας” και θέματα από την ελληνική μυθολογία (Διόνυσος, Ποσειδώνας κ.α.)
Η πόλη λειτουργεί ως ένα ανοιχτό μουσείο, με ευρήματα που καλύπτουν χιλιάδες χρόνια:
Νομίσματα & Κεραμικά:
Στο εσωτερικό του κάστρου και την ευρύτερη περιοχή έχουν βρεθεί βυζαντινά νομίσματα, μεταλλικά αντικείμενα και κεραμικά που επιβεβαιώνουν τον ρόλο της ως εμπορικού κόμβου.
Αρχαιολογικό Μουσείο Γκαζιαντέπ:
Φιλοξενεί ευρήματα από την Παλαιολιθική έως την Οθωμανική περίοδο, περιλαμβάνοντας σφραγίδες και κοσμήματα από το Βασίλειο της Κομμαγηνής.
Σύνδεση με το Ζεύγμα:
Αν και τα περίφημα ψηφιδωτά βρίσκονται στο ειδικό Μουσείο Μωσαϊκών Ζεύγματος , η πόλη του Γκαζιαντέπ αποτελεί τον φυσικό θεματοφύλακα όλης της ελληνιστικής κληρονομιάς της περιοχής
– Το Κάστρο της Αντιόχειας επί Ταύρω (Gaziantep Kalesi)
Το κάστρο δεν είναι απλώς ένα οχυρό, αλλά ένα στρωματογραφημένο μνημείο που μαρτυρά την αδιάλειπτη κατοίκηση της περιοχής:
Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι το κάστρο είναι χτισμένο πάνω σε έναν τύμβο (mound) που χρονολογείται από τη Χαλκολιθική περίοδο και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (περίπου 3750 π.Χ.).
-Ρωμαϊκή & Βυζαντινή Θεμελίωση:
Ξεκίνησε ως ρωμαϊκός πύργος παρατήρησης (2ος-4ος αι. μ.Χ.) και πήρε την τελική του μορφή τον 6ο αιώνα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, τον «Αρχιτέκτονα των Κάστρων»
-Υπόγειες Σήραγγες:
Πρόσφατες έρευνες (2020-2022) αποκάλυψαν ένα εκτενές δίκτυο υπόγειων σηράγγων, στοών και δεξαμενών λαξευμένων στον βράχο, που εξασφάλιζαν νερό και άμυνα κατά τη διάρκεια πολιορκιών.
Πρόσφατες ανασκαφές (2020-2022) αποκάλυψαν υπόγειες σήραγγες και στοές μήκους σχεδόν ενός χιλιομέτρου κάτω από το κάστρο. Στις στοές αυτές βρέθηκαν χαραγμένοι σταυροί από τη ρωμαϊκή/βυζαντινή περίοδο, επιβεβαιώνοντας τη χρήση τους από χριστιανικούς πληθυσμούς κατά τη διάρκεια πολιορκιών ή ως λατρευτικούς χώρους.
ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ
Η πόλη, ως Σελευκιδικό κέντρο, είχε το δικαίωμα κοπής δικών της νομισμάτων, γεγονός που αποδεικνύει την οικονομική της αυτονομία και ευρωστία.
-Θεματολογία:
Τα νομίσματα της Αντιόχειας επί Ταύρω απεικόνιζαν συνήθως τη θεά Τύχη (προστάτιδα των πόλεων), τον Δία (κρατώντας κεραυνό ή σκήπτρο) και τον Απόλλωνα.
-Επιγραφές:
Έφεραν την ελληνική επιγραφή «ΑΝΤΙΟΧΕΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΩΙ ΤΑΥΡΩΙ», επιβεβαιώνοντας την ελληνική ταυτότητα της διοίκησης και του πληθυσμού.
-Ρωμαϊκή Περίοδος:
Κατά την υποταγή στη Ρώμη, η νομισματοκοπία συνεχίστηκε με την απεικόνιση των αυτοκρατόρων, αλλά διατηρώντας συχνά ελληνικές επιγραφές, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της πόλης ως «ελληνίδας πόλεως» στην Ανατολή.
Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
1. Από την απώτερη αρχαιότητα μέχρι την έλευση του χριστιανισμού
Στην Αντιόχεια επί Ταύρω (γνωστή και ως Αντιόχεια η εν Ταύρω, κοντά στο σημερινό Γκαζιαντέπ της Τουρκίας), το θρησκευτικό πιστεύω πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού ήταν ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό που αντανακλούσε την ελληνιστική και ρωμαϊκή της ταυτότητα.
Τα κύρια θρησκευτικά ρεύματα περιλάμβαναν:
-Ελληνικό Πάνθεον:
Ως πόλη ελληνιστικής ίδρυσης (πιθανώς από τον Αντίοχο Α΄ τον Σωτήρα), η λατρεία των 12 Θεών του Ολύμπου ήταν ο κεντρικός πυλώνας της δημόσιας θρησκείας.
Οι κάτοικοι τιμούσαν θεότητες όπως ο Δίας, ο Απόλλων και η Αφροδίτη, με τη λατρεία τους να είναι συνυφασμένη με την πολιτική ζωή και τους θεσμούς της πόλης.
-Ρωμαϊκή Πολυθεία και Μυστηριακές Λατρείες:
Με την έλευση των Ρωμαίων, ενισχύθηκε η λατρεία των ρωμαϊκών εκδοχών των θεών (π.χ. Jupiter, Juno). Ιδιαίτερη απήχηση, κυρίως στις τάξεις των στρατιωτών, είχε ο Μιθραϊσμός, μια μυστηριακή λατρεία περσικής προέλευσης αφιερωμένη στον θεό Μίθρα.
-Τοπικές και Ανατολικές Λατρείες: Λόγω της γεωγραφικής της θέσης στην Κομμαγηνή και κοντά στον Ευφράτη, υπήρχε ανάμειξη ελληνικών θεοτήτων με εγχώριες συριακές και ανατολικές παραδόσεις.
Οι λατρείες αυτές συχνά περιλάμβαναν τελετές για τη γονιμότητα και τοπικούς προστάτες θεούς.
-Ιουδαϊσμός:
Στις μεγάλες πόλεις της ευρύτερης περιοχής υπήρχαν σημαντικές εβραϊκές κοινότητες που διατηρούσαν τη μονοθεϊστική τους πίστη και ασκούσαν τη λατρεία τους σε συναγωγές, αποτελώντας το υπόβαθρο για την μετέπειτα εξάπλωση του ΧριστιανισμοΣ
2. Χριστιανισμός
Η Αντιόχεια του Ταύρου αναφέρεται ως έδρα επισκοπής της επαρχίας Κομμαγηνής. Από το Δωδεκάθεο στον Χριστιανισμό: Ως ελληνιστική πόλη (Αντιόχεια επί Ταύρω), το θρησκευτικό πιστεύω ήταν αρχικά συνδεδεμένο με τη λατρεία του Διός, του Απόλλωνα και της Τύχης.
Με την έλευση του Χριστιανισμού, η πόλη έγινε σημαντικό κέντρο της Επισκοπής Κομμαγηνής.
Παρά τις αραβικές κατακτήσεις, η πόλη διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με το Πατριαρχείο Αντιοχείας.
Οι χριστιανοί κάτοικοι (Ρωμιοί και Αρμένιοι) διατήρησαν την πίστη τους μέσω των αιώνων, με την ανέγερση εμβληματικών ναών όπως ο Άγιος Νικόλαος και η εκκλησία της Παναγίας (Surp Asdvadzadzin), η οποία αργότερα μετατράπηκε στο τέμενος Kurtuluş.
Οι 2 εκκλησίες των Αρμενίων
Από αυτά τα δύο κτίρια στο Γκαζιαντέπ,
– Εκκλησία της Παναγίας (Surp Asdvadzadzin)
η Εκκλησία της Παναγίας (Surp Asdvadzadzin) λειτουργεί σήμερα ως Τζαμί Kurtuluş, ένα από τα πιο μεγαλοπρεπή κτίρια της πόλης.
Η Εκκλησία της Παναγίας (Surp Asdvadzadzin / Kurtuluş Mosque) χτίστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της αρμενικής κοινότητας στο Γκαζιαντέπ.
-Ιστορία:
Η κατασκευή της εκκλησίας ξεκίνησε το 1876 και, αφού διακόπηκε για λόγους όπως ο Οθωμανο-Ρωσικός Πόλεμος, ολοκληρώθηκε το 1892-1893. Αρχιτεκτονικά Χαρακτηριστικά:
Το κτίριο, του οποίου το σχέδιο εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα του Οθωμανικού Παλατιού Sarkis Balyan, χτίστηκε σε γοτθικό ρυθμό και με τη μορφή μνημειώδους
Χρησιμοποιήθηκε ως εκκλησία μέχρι το 1922, αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτική αποθήκη για ένα διάστημα και ως φυλακή για περίπου 50 χρόνια.
-Τρέχουσα Κατάσταση:
Ανακαινίστηκε το 1985 και μετατράπηκε σε τζαμί, παίρνοντας το όνομα Τζαμί Kurtuluş.
Ωστόσο, υπέστη σοβαρές ζημιές στους σεισμούς της 6ης Φεβρουαρίου 2023. Τοποθεσία: Περιοχή Şahinbey, γειτονιά Tepebaş
– Εκκλησία του Αγίου Νικολάου
Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου αποτελεί μέρος του ιστορικού αρμενικού οικισμού στην περιοχή και περιλαμβάνεται στο θρησκευτικό τουριστικό απόθεμα της πόλης.
Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου: Βρίσκεται στο κέντρο του Γκαζιαντέπ και αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο, αυτό το κτίριο αποτελεί σιωπηλό μάρτυρα του πολυπολιτισμικού παρελθόντος της πόλης
Γνωστό ότι χρησιμοποιήθηκε από την Αρμενική καθολική κοινότητα στο Γκαζιαντέπ, η εκκλησία αυτή αναφέρεται γενικά στον ιστορικό ιστό του Μπέη Μαχαλεσί της πόλης και των περιχώρων της.
Αυτές οι δομές συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα παραδείγματα πολιτιστικής κληρονομιάς που αντικατοπτρίζουν την κοσμοπολίτικη δομή και τον αρχιτεκτονικό πλούτο του Γκαζιαντέπ κατά την οθωμανική περίοδο.
Το “Άινταμπ” ως Πνευματικό Κέντρο:
Κατά την οθωμανική περίοδο, η θρησκευτική ζωή συνυπήρχε με τον ισλαμικό μυστικισμό, αλλά οι χριστιανικές κοινότητες παρέμεναν οι φορείς του οικονομικού και πνευματικού εκσυγχρονισμού.
Για τον ελληνισμό, η Αντιόχεια επί Ταύρω αντιπροσώπευε το ακριτικό πνεύμα.
Η ΠΑΙΔΕΙΑ
Η παιδεία στην πόλη λειτούργησε ως ανάχωμα στην αφομοίωση, κρατώντας ζωντανή τη συνείδηση των χριστιανικών πληθυσμών μέχρι τον ξεριζωμό.
Η πόλη ήταν γνωστή για το Κεντρικό Κολέγιο της Τουρκίας (Central Turkey College), το οποίο, αν και ιδρύθηκε από Αμερικανούς ιεραποστόλους, εκπαίδευσε την ελίτ των χριστιανικών κοινοτήτων (Αρμενίων και Ελλήνων)
Η πόλη θεωρούνταν η «Αθήνα της Ανατολής» για την περιοχή της Κιλικίας και της βόρειας Συρίας λόγω του επιπέδου εκπαίδευσης
Κεντρικό Κολέγιο της Τουρκίας (Central Turkey College):
Ιδρύθηκε το 1876 και αποτέλεσε το κορυφαίο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Παρόλο που είχε προτεσταντικές βάσεις, εκεί φοίτησαν πολλοί Έλληνες και Αρμένιοι ορθόδοξοι, αποκτώντας δυτική παιδεία, γνώση ξένων γλωσσών και επιστημονική κατάρτιση.
Εξυπηρετούσε κυρίως την Αρμενική Προτεσταντική κοινότητα, το κολλέγιο αποτέλεσε μέρος ενός δικτύου εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (όπως το Ανατόλια Κολλέγιο στη Μερζιφούντα) που εκπαίδευαν τις χριστιανικές κοινότητες της Ανατολίας. Τα κολλέγια αυτά, λόγω της διδασκαλίας αγγλικών και της επαφής με τη Δύση, επηρέασαν το μορφωτικό επίπεδο των χριστιανικών πληθυσμών (Αρμενίων και Ελλήνων) της περιοχής πριν από τις γενοκτονίες του 20ού
– Ελληνικά και Αρμενικά Σχολεία:
Υπήρχαν οργανωμένα κοινοτικά σχολεία (Αρρεναγωγεία και Παρθεναγωγεία).
Η παιδεία δεν περιοριζόταν μόνο στη θρησκευτική κατήχηση, αλλά περιλάμβανε τη διδασκαλία της ελληνικής και αρμενικής γλώσσας, την ιστορία και τις τέχνες.
– Τυπογραφία και Εκδόσεις:
Το Άινταμπ διέθετε αξιόλογη εκδοτική δραστηριότητα, με την έκδοση περιοδικών και εφημερίδων που κυκλοφορούσαν σε ολόκληρη την Εγγύς Ανατολή, ενισχύοντας το πνευματικό επίπεδο των κατοίκων.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
Η περιοχή γέννησε ή φιλοξένησε μορφές που επηρέασαν τα γράμματα και την εκκλησιαστική ιστορία:
Μπαμπκέν Κιουλεσεριάν (Babgen Kyuleserian, 1868-1936):
Γεννημένος στο Άινταμπ, υπήρξε διαπρεπής φιλόλογος και αργότερα Καθολικός του Οίκου της Κιλικίας.
Το έργο του για την ιστορία των Αρμενίων του Άινταμπ αποτελεί βασική πηγή για την περίοδο.
Λουκιανός ο Αντιοχεύς:
Αν και συχνά συγχέεται με την Αντιόχεια επί Ορόντου, η ευρύτερη περιοχή της Κομμαγηνής και του Ταύρου συνδέεται με τη δράση λογίων και μαρτύρων της πρώιμης χριστιανοσύνης.
Επιφανείς Έμποροι και Τεχνίτες:
Η οικογένεια Ναζαριάν (Nazarian) είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της αστικής τάξης του Άινταμπ που αναγκάστηκε να καταφύγει στο Χαλέπι το 1922, αφήνοντας πίσω σημαντική περιουσία και πολιτιστικό αποτύπωμα.
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, το Άινταμπ ήταν ένα βιομηχανικό και εμπορικό «μελίσσι». Οι Χριστιανοί (Έλληνες και Αρμένιοι) ήταν η κινητήριος δύναμη:
Υφαντουργία και Τάπητες:
Η πόλη ήταν παγκοσμίως γνωστή για τα περίφημα «υφαντά του Άινταμπ» και τα κεντήματα.
Οι χριστιανικές οικογένειες κατείχαν την τεχνογνωσία της βαφής και της ύφανσης, εξάγοντας προϊόντα μέχρι την Ευρώπη.
Επεξεργασία Δερμάτων & Χαλκού:
Το Άινταμπ διέθετε σπουδαία παράδοση στη βυρσοδεψία και τη χαλκουργία.
Τα χάλκινα σκεύη της πόλης θεωρούνταν έργα τέχνης.
Γεωργία & Εμπόριο Φιστικιού: Η περιοχή ήταν (και είναι) η «πρωτεύουσα» του φιστικιού (Gaziantep fıstığı).
Οι Έλληνες έμποροι έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη διακίνηση του φιστικιού και άλλων αγροτικών προϊόντων (σιτηρά, κρασί) προς τα λιμάνια της Αλεξανδρέττας και της Μερσίνας.
Επιστήμες και Εμπόριο:
Λόγω της υψηλής μόρφωσης (Κολέγιο), πολλοί Χριστιανοί απασχολούνταν ως γιατροί, φαρμακοποιοί, τραπεζικοί υπάλληλοι και διερμηνείς, ελέγχοντας το αστικό δίκτυο της πόλης.
Η πόλη αυτή δεν ήταν απλώς ένα φρούριο, αλλά ένας πνεύμονας πολιτισμού και οικονομίας που σίγησε για τον ελληνισμό το 1922.
ΤΟ ΓΚΑΖΙΑΝΤΕΠ ΣΗΜΕΡΑ
Το Γκαζιαντέπ (τουρκικά: Gaziantep· οθωμανικά τουρκικά: Ayıntab· στο παρελθόν ονομαζόταν και σήμερα ανεπίσημα λέγεται ακόμη Αντέπ, κουρδικά: Entep ή Dîlok), είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Γκαζιαντέπ στην Τουρκία. Πιθανολογείται ότι στη θέση της βρισκόταν η σελευκιδική Αντιόχεια του Ταύρου. Η πόλη έχει πληθυσμό 1.626.415 κατοίκους (2018)
Είναι η έκτη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας και η μεγαλύτερη πόλη στην Περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας .
Το Γκαζιαντέπ είναι επίσης γνωστό για τον μπακλαβά που παράγεται στην πόλη και τα πράσινα φιστίκια (φιστίκια Αιγίνης, που αποκαλούνται φιστίκια Αντέπ στην Τουρκία).
Το 2023, ο καταστροφικός σεισμός προκάλεσε σοβαρές ζημιές στους πύργους και τα τείχη του κάστρου , τα οποία έχουν πλέον αποκατασταθεί πλήρως και το μνημείο είναι έτοιμο να υποδεχθεί











