Αντίδραση του ΓΕΩΤΕΕ Δυτικής Μακεδονίας για την υποβάθμιση της Περιφερειακής Μονάδας



 

 

Με επιστολή της προς τον Διοικητή της ΑΑΔΕ η Διοικούσα Επιτροπή του Παραρτήματος Δυτικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας εξέφρασε τον προβληματισμό και την αντίθεσή της επί της απόφασης υποβάθμισης της Περιφερειακής Μονάδας της ΓΔΕΛΕΠ (πρώην ΟΠΕΚΕΠΕ) στη Δυτική Μακεδονία από επίπεδο Υποδιεύθυνσης σε επίπεδο Τμήματος.
Η επιστολή αναφέρει αναλυτικά τα εξής:

 

Αξιότιμε κ. Διοικητά,

η Διοικούσα Επιτροπή του Παραρτήματος Δυτικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε./Π.Δ.Μ.), στο πλαίσιο του θεσμικού της ρόλου ως θεσμοθετημένου συμβούλου της Πολιτείας για θέματα του πρωτογενούς τομέα, καταθέτει με το παρόν τον προβληματισμό και τη μη σύμφωνη θέση της, καθώς και τις απόψεις και προτάσεις της επί της υπ’ αριθμ. πρωτ. Δ.ΟΡΓ.Α 286488 ΕΞ 2026 τροποποιητικής απόφασης, η οποία προβλέπει ότι η Περιφερειακή Μονάδα Δυτικής Μακεδονίας μετατρέπεται από επίπεδο Υποδιεύθυνσης σε επίπεδο Τμήματος.

Σχετικά με την παραπάνω Απόφαση σας επισημαίνουμε τα εξής:

– Η μετατροπή της οργανικής μονάδας σε χαμηλότερο ιεραρχικό επίπεδο, χωρίς ειδική, επαρκή και ποσοτικοποιημένη τεκμηρίωση ως προς τη σκοπιμότητα και τις λειτουργικές της επιπτώσεις, πραγματοποιείται σε περίοδο αυξημένων επιχειρησιακών απαιτήσεων, λόγω της μεταφοράς κρίσιμων αρμοδιοτήτων ελέγχου και πληρωμών κοινοτικών ενισχύσεων στην ΑΑΔΕ και της συνακόλουθης εντατικοποίησης των ελεγκτικών διαδικασιών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η μείωση του επιπέδου διοικητικής ευθύνης, ενώ το αντικείμενο εργασίας αυξάνεται, δημιουργεί τεκμηριωμένη αμφιβολία ως προς την επάρκεια της οργανωτικής δομής και την επιχειρησιακή ετοιμότητα του συστήματος ελέγχου. Η προκύπτουσα δυσαναλογία μεταξύ αρμοδιοτήτων και διοικητικής διάρθρωσης δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματικότητα, τη συνέπεια και την αξιοπιστία των διαδικασιών ελέγχου και πληρωμών.

– Η επιλογή περιορισμού των θέσεων ευθύνης στο πλαίσιο της μείωσης του διοικητικού κόστους εμφανίζεται ως βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικά ωφέλιμη, πλην όμως δεν συνοδεύεται από τεκμηριωμένη εκτίμηση του συνολικού κόστους λειτουργίας του ελεγκτικού μηχανισμού σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Το άμεσο δημοσιονομικό όφελος είναι περιορισμένο τόσο ως προς το εύρος όσο και ως προς τη διάρκεια, ενώ αντισταθμίζεται από αυξημένο λειτουργικό και δημοσιονομικό κίνδυνο, ο οποίος απορρέει από καθυστερήσεις ελέγχων, ελλιπή ελεγκτική κάλυψη, δημοσιονομικές διορθώσεις, επιστροφές ενωσιακών πόρων και ενδεχόμενες δικαστικές εμπλοκές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η υποστελέχωση κρίσιμων ελεγκτικών δομών μεταφέρει το πραγματικό κόστος από τη λειτουργική δαπάνη σε αυξημένο κίνδυνο δημοσιονομικών αποκλίσεων και μη συμμόρφωσης.

– Παρατηρείται σαφής αναντιστοιχία στον σχεδιασμό των περιφερειακών δομών, καθώς με την υπό κρίση τροποποίηση οι Περιφερειακές Μονάδες αυξάνονται από έξι (6) σε εννέα (9), μέσω αναβάθμισης τριών εξ αυτών σε επίπεδο Διεύθυνσης, ενώ η Δυτική Μακεδονία αποτελεί τη μοναδική Περιφέρεια που υποβαθμίζεται.

Η επιλογή αυτή δεν τεκμηριώνεται από αντικειμενικά δεδομένα, καθώς ο πρωτογενής τομέας της Περιφέρειας παρουσιάζει σημαντική βαρύτητα απορροφώντας περίπου το 13,7% της συνολικής απασχόλησης και συμμετέχοντας με ποσοστό άνω του 11,7% στη διαμόρφωση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ).

Ειδικότερα, στην Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα ανέρχεται σε περίπου 18,4% της ΑΠΑ, γεγονός που επιβεβαιώνει τη δομική σημασία του κλάδου για την τοπική οικονομία. Τα ανωτέρω δεδομένα καταδεικνύουν ότι το μέγεθος και η λειτουργική σημασία του αντικειμένου δεν υπολείπονται αντίστοιχων Περιφερειών οι οποίες αναβαθμίζονται διοικητικά.

– Η κατάργηση του ενδιάμεσου επιπέδου της Υποδιεύθυνσης αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα της διοικητικής λειτουργίας ως προς την εξυπηρέτηση και την επικοινωνία με τους παραγωγούς, καθιστώντας την παρέμβαση της διοίκησης λιγότερο άμεση και λειτουργικά απομακρυσμένη από το πεδίο εφαρμογής των υπηρεσιών.

Ιδίως η απευθείας υπαγωγή των Νομαρχιακών Μονάδων Φλώρινας και Γρεβενών, οι οποίες στερούνται διαχρονικά τοπικών γραφείων, συνεπάγεται αυξημένο διοικητικό και λειτουργικό κόστος για τους παραγωγούς, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων μετακινήσεων προς το κέντρο εποπτείας (Ιωάννινα) για ζητήματα διεκπεραίωσης και διορθωτικών παρεμβάσεων, καθώς και επιβάρυνση της επιχειρησιακής ροής συνεργασίας με τα ΚΥΔ, τα οποία στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής και διασταύρωσης δηλώσεων λειτουργούν ως επιχειρησιακοί συνεργάτες των αρμόδιων υπηρεσιών.

Η μεταβολή αυτή ενδέχεται να επιφέρει επιβράδυνση στην επίλυση τεχνικών και διοικητικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την επεξεργασία των δηλώσεων, λόγω της μεγαλύτερης απόστασης μεταξύ πεδίου εφαρμογής και διοικητικού επιπέδου εποπτείας.

– Δημιουργείται αυξημένη οργανωσιακή και διοικητική επιβάρυνση στην Περιφερειακή Διεύθυνση Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, καθώς ένας Διευθυντής καλείται πλέον να εποπτεύσει εννέα Νομούς, γεγονός που επιβαρύνει τον βαθμό συντονισμού, την ταχύτητα λήψης αποφάσεων και την επιχειρησιακή αποδοτικότητα του συστήματος ελέγχου, ιδίως σε περιπτώσεις που απαιτούν άμεση ανταπόκριση και παράλληλη διαχείριση αυξημένου όγκου διοικητικών και ελεγκτικών διαδικασιών.

– Η υποβάθμιση σε επίπεδο Τμήματος δημιουργεί ουσιώδη θεσμική ασυμμετρία με συναρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας (ΔΑΟΚ, Περιφερειακά Συμβούλια), αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα ισότιμης θεσμικής διασύνδεσης. Η διαφοροποίηση του ιεραρχικού επιπέδου δυσχεραίνει τον επιχειρησιακό και στρατηγικό συντονισμό, ενώ περιορίζει τη θεσμική βαρύτητα της Δυτικής Μακεδονίας στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου και πληρωμών κοινοτικών ενισχύσεων.

– Η υποβάθμιση της δομής δημιουργεί ισχυρά διοικητικά και υπηρεσιακά αντικίνητρα για τη στελέχωσή της ιδίως σε ό,τι αφορά την προσέλκυση και παραμονή εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, το οποίο τείνει να κατευθύνεται σε δομές υψηλότερης ιεραρχικής στάθμισης και μεγαλύτερης θεσμικής σταθερότητας.

Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργική επάρκεια της υπηρεσίας, καθώς η ποιότητα και η συνέχεια των ελεγκτικών και διοικητικών διαδικασιών συνδέονται ευθέως με το επίπεδο στελέχωσης και την θεσμική και οργανωτική ελκυστικότητα της υπηρεσιακής δομής

Παράλληλα, συνεπάγεται περιορισμό της δυνατότητας δημιουργίας και διατήρησης θέσεων επιστημονικού προσωπικού, καθώς και συνακόλουθη αποδυνάμωση της διοικητικής και λειτουργικής υποστήριξης που απορρέει από την παρουσία τέτοιων θέσεων σε περιφερειακό επίπεδο. Οι ανωτέρω επιπτώσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με την τρέχουσα μεταβατική φάση της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονες διαρθρωτικές προσαρμογές και ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών και διοικητικών της μηχανισμών. Υπό το πρίσμα αυτό, η ενίσχυση και όχι η αποδυνάμωση των υπηρεσιακών δομών αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της διοικητικής ανθεκτικότητας της Περιφέρειας.

– Η αποδυνάμωση των εποπτικών δομών του πρωτογενούς τομέα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δέσμευση της Πολιτείας για την παραγωγική ανασυγκρότηση της Δυτικής Μακεδονίας στην μετά-λιγνίτη εποχή. Ο Πρωτογενής Τομέας της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας αποτελεί έναν από τους πλέον ανθεκτικούς πυλώνες της περιφερειακής οικονομίας κατά τη διαδικασία της μεταλιγνιτικής μετάβασης. Εν μέσω σημαντικής συρρίκνωσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Περιφέρειας (-9,6%) και ραγδαίας δημογραφικής της αποδυνάμωσης, ο πρωτογενής τομέας αποτελεί κρίσιμη παραγωγική δραστηριότητα με θετική δυναμική. Κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών αυτής της δραστηριότητας.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, σας εκφράζουμε τη σαφή και τεκμηριωμένη αντίθεση μας ως προς τη συγκεκριμένη οργανωτική ρύθμιση. Θεωρούμε απαραίτητη την επανεξέταση της, με στόχο την αναβάθμιση της διοικητικής δομής της Δυτικής Μακεδονίας σε επίπεδο αντίστοιχο των λοιπών Περιφερειακών Δομών, ως αναγκαίας προϋπόθεσης για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της διοικητικής ισορροπίας του συστήματος ελέγχου, καθώς και για την υποστήριξη της αναπτυξιακής προοπτικής της Περιφέρειας στο πλαίσιο της μεταλιγνιτικής μετάβασης.

Παράλληλα, υπογραμμίζουμε ότι η διατήρηση και ενίσχυση της εν λόγω διοικητικής δομής συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα διατήρησης και δημιουργίας θέσεων εργασίας εξειδικευμένων επιστημόνων Γεωτεχνικών σε περιφερειακό επίπεδο.

Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε αναγκαία διευκρίνιση ή περαιτέρω τεκμηρίωση επί του θέματος.

Για τη Δ.Ε. του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. / Π.Δ.Μ.
Ο Πρόεδρος
Θεόδωρος Γ. Σιόγκας

Σχολιάστε

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.