Το Σχέδιο Νόμου για την αποεπένδυση της ΔΕΗ, ο Τοπικός Πόρος και η Δίκαιη Μετάβαση της περιοχής

dei_monada_2017

Με το σχέδιο νόμου για την αποεπένδυση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ αλλάζει δραματικά ο τρόπος υπολογισμού του τέλους προς τις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου. Το ειδικό τέλος θα υπολογίζεται στα 1,20 Ευρώ ανά μεγαβατώρα (€/MWh) παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη.

Θεωρούμε πως αυτός ο τρόπος υπολογισμού κινείται στη λάθος κατεύθυνση. Πεποίθηση μας είναι πως θα πρέπει, να αποσυρθεί η συγκεκριμένη διάταξη και άμεσα να ανοίξει ο διάλογος για την υπολογισμό του συγκεκριμένου χρηματοδοτικού εργαλείου από μια άλλη εντελώς διαφορετική βάση και φιλοσοφία.

Για να γίνει αυτό επιβάλλεται να αξιολογήσουμε καταρχήν τις ανάγκες της περιοχής μας για την μετάβαση σε ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο με ορίζοντα το 2030. Επιπλέον, απαιτείται να προχωρήσει ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την επόμενη μέρα με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και στόχους.

Πέρα από τους τοπικούς φορείς και την τοπική αυτοδιοίκηση, κυρίαρχο ρόλο στην χάραξη και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου μετάβασης θα πρέπει να έχουν το κεντρικό κράτος, αλλά και η ΔΕΗ, όπως έχει γίνει σε πάρα πολλές περιοχές της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο κ.λ.π.) κατά το παρελθόν.

Παράλληλα θα πρέπει να αξιολογηθεί το εξωτερικό κόστος της λιγνιτικής δραστηριότητας για την περιοχή∙ το κόστος που πληρώνει εδώ και δεκαετίες η περιοχή λόγω της λιγνιτικής δραστηριότητας (π.χ. κόστος καταστροφής φυσικών πόρων, κ.λ.π.)

Κυρίως όμως, θα πρέπει να διασφαλιστεί, για τα επόμενα 13 χρόνια, το αναγκαίο χρηματοδοτικό πλαίσιο οικονομικής υποστήριξης της περιοχής για την αναπόφευκτη μετάβαση, την οποία ο τόπος και οι άνθρωποί του έχουν να αντιμετωπίσουν, χωρίς φυσικά να ευθύνονται για αυτήν. Δεν μπορεί να αγνοείται ότι η περιοχή και η εκτεταμένη αξιοποίηση του λιγνίτη με όλες τις συνέπειες που αυτή έχει επιφέρει, στήριξε την ανάπτυξη της χώρας μεταπολεμικά και φυσικά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση η περιοχή να αφεθεί σήμερα στην τύχη της.

Με βάση όλα αυτά, ο υπολογισμός του ανταποδοτικού τέλους θα πρέπει να καλύπτει την παραπάνω στρατηγική πολιτική κατεύθυνση για μια Δίκαιη Μετάβαση, και όχι το αντίθετο.

Με το υποβληθέν σχέδιο νόμου και το άρθρο 7, απλά ικανοποιείται σε μερικό βαθμό ένα πλαίσιο ανταποδοτικότητας από την εξόρυξη λιγνίτη, αγνοώντας τις ανάγκες και τα προβλήματα της περιοχής που προκλήθηκαν εξαιτίας της μακροχρόνιας λιγνιτικής δραστηριότητας και που σήμερα έχουν φέρει τον τόπο σε δύσκολη θέση.

Σε κάθε περίπτωση, και εφόσον όλοι συμφωνούν στο παραπάνω πλαίσιο, θα πρέπει ο υπολογισμός να αποδίδει ένα σταθερό ανταποδοτικό ποσό για τα επόμενα 15 χρόνια στην περιοχή και στο πλαίσιο ενός συμφωνημένου σχεδίου διαχείρισης, διαφορετικού του παρόντος, το οποίο είναι γεμάτο προβλήματα και στρεβλώσεις.

Με το προταθέν σχέδιο, και δεδομένου ότι για μια σειρά από λόγους που έχουν να κάνουν με το αυξανόμενο κόστος λιγνιτικής παραγωγής, τη μείωση του κόστους των ΑΠΕ, η συμμετοχή του λιγνίτη θα μειώνεται, οπότε θα μειώνονται σημαντικά και τα έσοδα για τις δυο περιφέρειες.

Τόσο η ΔΕΗ, όσο και οι όποιοι ιδιώτες επενδυτές, θα πρέπει να αναλάβουν σημαντικό μερίδιο στην παραγωγική και περιβαλλοντική ανάταξη της περιοχής, χωρίς εκπτώσεις!

Τέλος, και στο πλαίσιο του παραπάνω συλλογισμού, καθίσταται αναγκαία η αποδοχή της πρότασης των 5 ενεργειακών Δημάρχων για την κατεύθυνση μέρους των εσόδων από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών CO2 στις δυο περιφέρειες, προκειμένου να υποστηρίξουν την προστασία, αλλά και την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Είναι, εν κατακλείδι, σαφές ότι -πέρα από την συνολική αρνητική μας θέση στο υποβληθέν σχέδιο νόμου για την πώληση λιγνιτικών μονάδων- ειδικότερα η πρόταση που περιγράφεται στο άρθο 7 του υποβληθέντος νόμου, θα πρέπει να μη γίνει δεκτή.

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.