1913 – 1916 ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ Η ΚΟΖΑΝΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ
( Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ Νο 55 )
Σταύρου Π. Καπλάνογλου Συγγραφέα – Ιστορικού ερευνητή
ΕΙΣΑΓΩΓΉ
Σε προηγούμενες δημοσιεύσεις είδαμε τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την απελευθέρωση της Κοζάνης το 1912 και μέσα στο διάστημα επίμαχης της χρονιάς του . Αμέσως μετά είδαμε ο Π.Λίουφης να δίνει την εικόνα που αρχίζει να εμφανίζει η Κοζάνη για την οκταετία μέχρι να φθάσουμε στο 1920 που δυστυχώς φεύγει από την ζωή .
Σε αυτό το διάστημα η Κοζάνη είναι πια ελεύθερη και χωρίς του φόβο του Οθωμανού κατακτητή να δημιουργήσει ,
Όμως συμβαίνουν άλλα δυσάρεστα γεγονότα που δεν αφήνουν τους κάτοικους της να χαρούν την ελευθεριά τους ,
Ξεσπά ο Βος Βαλκανικός πόλεμος, και στην συνεχεία ο Αος παγκόσμιος,ο ολέθριος διχασμός των Ελλήνων και η Μικρασιατική εκστρατεία , εμφανίζεται τέλος η Ασιατική γριπωμένη ,που συμπληρώνει την απώλεια ανθρωπίνων υπάρξεων που φεύγουν στο πεδίο της μάχης αλλά και εκτός αυτού .
Σε αυτά τα γεγονότα και όχι μόνον , θα αναφερθούμε στην σημερινή δημοσίευση για το διάστημα 1913-1916 και θα συνεχίσουμε και για το επόμενο διάστημα της οκταετίας στις επόμενες δημοσιεύσεις που θα έχουν ενδιαφέρον για την Ελλάδα και βεβαίως πολλές φορές για την ίδια την Κοζάνη .
1913 Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Η έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (5/18 Οκτωβρίου 1912) σηματοδότησε μια περίοδο ραγδαίων στρατιωτικών και πολιτικών εξελίξεων για την Ελλάδα, η οποία οδήγησε στον διπλασιασμό της έκτασης και του πληθυσμού της.
Ο Ελληνικός Στρατός προέλαση στη Μακεδονία , απελευθέρωση την Ήπειρο και τα Γιάννενα στις 21 Φεβρουαρίου 1913,
Κηρύχθηκε η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα και ξεκίνησε η ενσωμάτωσή της, με Κρητικούς εθελοντές να συμμετέχουν ενεργά στο μέτωπο.
Ακόμη ο Ελλάνικος στόλος απελευθέρωσε νησιά του Ανατολικοί Αιγαίου ,. Απελευθερώθηκαν διαδοχικά η Λήμνος, η Θάσος, η Ίμβρος, η Σαμοθράκη, η Χίος και η Λέσβος .
Υπήρχε Εθνική ομοψυχία συγχρόνως όμως συνέβησαν διαφωνίες με τους συμμάχους και ιδανικότερα με τη Βουλγαρία, κυρίως λόγω της επιθυμίας της να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη, η οποία τελικά περιήλθε στην Ελλάδα λόγω της επίμονης του Ελευθερίου Βενιζέλου να δοθεί προτεραιότητα στην διεκδικησασών της.
Αλλά γεγονός που ήταν δυσάρεστο ήταν η Δολοφονία Βασιλιά Γεωργίου Α’:
Στις 5 Μαρτίου 1913, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α’ δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, και τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Α’.Ο άνθρωπος που κρατούσε τις ισορροπίες στην διαμάχη Βενιζέλου και του γιου του Κωνσταντίνου.
Με την συνθήκη του Λονδίνου 17/3/1913 έληξε ο Α Βαλκανικός πόλεμος Οι Οθωμανοί έχασαν σχεδόν όλα τα Ευρωπαϊκά εδάφη τα όποια μοιράστηκαν οι σύμμαχοι.
Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ Β ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Η διαφωνία για τη μοιρασιά της Μακεδονίας (κυρίως με τη Βουλγαρία) οδήγησε άμεσα στην έναρξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου τον Ιούνιο του 1913.Τα γεγονότα αυτά κατέστησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως τον κυρίαρχο πολιτικό ηγέτη και τον Διάδοχο Κωνσταντίνο (αργότερα Βασιλιά) ως τον στρατιωτικό ηγέτη της νίκης, δίδυμο που σημάδεψε την επόμενη δεκαετία.
Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος (Ιούνιος–Ιούλιος 1913) ήταν μια σύντομη αλλά εξαιρετικά αιματηρή σύγκρουση, η οποία διεξήχθη ανάμεσα στη Βουλγαρία και τους πρώην συμμάχους της (Ελλάδα, Σερβία), με τη μετέπειτα εμπλοκή του Μαυροβουνίου, της Ρουμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι Αιτίες: Το Μήλον της Έριδος
Διαφωνίες για τη Διανομή: Η βασική αιτία ήταν η δυσαρέσκεια της Βουλγαρίας για το πώς μοιράστηκαν τα εδάφη της Μακεδονίας μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Η Βουλγαρία επιδίωκε την ηγεμονία στα Βαλκάνια («Μεγάλη Βουλγαρία»).
Η Αρχή της Κατεχόμενης Γης: Η Ελλάδα και η Σερβία είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας και αρνούνταν να το παραχωρήσουν, υπογράφοντας μάλιστα μυστική αμυντική συμμαχία κατά της Βουλγαρίας την 1η Ιουνίου 1913.
Τα Γεγονότα:
Η Έκρηξη και οι Μάχες
Ο πόλεμος ξεκίνησε τη νύχτα της 16ης προς 17η Ιουνίου 1913, όταν ο βουλγαρικός στρατός, χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου, επιτέθηκε στις ελληνικές θέσεις στο Παγγαίο και στις σερβικές στη Γευγελή.
Κιλκίς – Λαχανάς (19-21 Ιουνίου): Μία από τις φονικότερες μάχες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ο ελληνικός στρατός νίκησε τους Βουλγάρους, αναγκάζοντάς τους σε υποχώρηση προς τα βόρεια. Ακολούθησαν οι νίκες στην Δοϊράνη, στο Σιδηρόκαστρο και η σκληρή μάχη στα στενά της Κρέσνας, όπου ο ελληνικός στρατός έφτασε στα πρόθυρα της Σόφιας.
Βλέποντας τη Βουλγαρία να καταρρέει, η Ρουμανία επιτέθηκε από τον βορρά και οι Οθωμανοί από την ανατολή ανακτώντας την Αδριανούπολη, καθιστώντας την ήττα της Βουλγαρίας ολοκληρωτική.
Βουλγαρία: Ταπεινώθηκε, χάνοντας τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε κερδίσει στον Α’ Πόλεμο, κρατώντας μόνο μια μικρή διέξοδο στο Αιγαίο (Αλεξανδρούπολη – τότε Δεδέαγατς).
Η λήξη αυτού του πολέμου διπλασίασε την έκταση και τον πληθυσμό της Ελλάδας, αλλά άφησε τη Βουλγαρία με έντονο αίσθημα ρεβανσισμού, γεγονός που την οδήγησε στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θέλετε να εστιάσουμε στις απώλειες της μάχης του Κιλκίς ή στις διπλωματικές πιέσεις που δέχτηκε ο Βενιζέλος για την Καβάλα
Ο πόλεμος τερματίστηκε με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913):
Αποτέλεσμα:
Η Ελλάδα: Οριστικοποίησε την κατοχή της Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη, Καβάλα), της Ηπείρου και της Κρήτης.
Η Σερβία: Προσάρτησε τη Βόρεια Μακεδονία.
Η Βουλγαρία: Ταπεινώθηκε, χάνοντας τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε κερδίσει στον Α’ Πόλεμο, κρατώντας μόνο μια μικρή διέξοδο στο Αιγαίο (Αλεξανδρούπολη ).
Η λήξη αυτού του πολέμου διπλασίασε την έκταση και τον πληθυσμό της Ελλάδας, αλλά άφησε τη Βουλγαρία με έντονο αίσθημα ρεβανσισμού, γεγονός που την οδήγησε στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Υπήρξαν μεγάλες πιέσεις στην Ελλάδα λίγο πριν την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου στις 10 Αυγούστου 1913, που αφορούσε τον τερματισμό του Β’ Βαλκανικού Πολέμου και τον επανακαθορισμό των συνόρων στην περιοχή των Βαλκανίων, μετά την ήττα της Βουλγαρίας από την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Ρουμανία και το Μαυροβούνιο.
Οι πιέσεις προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ήταν καταιγιστικές, προερχόμενες τόσο από το εξωτερικό (Μεγάλες Δυνάμεις) όσο και από το εσωτερικό (Παλάτι/Στρατός).
Το κεντρικό σημείο τριβής ήταν η Καβάλα.
— 1. Διεθνείς Πιέσεις (Η Διπλωματική Μοναξιά)
*Αυστροουγγαρία και Ρωσία:
Πίεζαν έντονα την Ελλάδα να παραχωρήσει την Καβάλα στη Βουλγαρία. Η Ρωσία ήθελε μια ισχυρή Βουλγαρία ως ανάχωμα, ενώ η Αυστρία επιδίωκε να διασπάσει τη βαλκανική συμμαχία.
*Γερμανία:
Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β’, αν και σύμμαχος της Βουλγαρίας, δέχθηκε προσωπική παρέμβαση από την αδελφή του, Σοφία (σύζυγο του Κωνσταντίνου), και τελικά υποστήριξε τις ελληνικές θέσεις. Αυτή ήταν η μοναδική «ανάσα» για τον Βενιζέλο.
*Γαλλία:
Υποστήριξε την Ελλάδα κυρίως λόγω των οικονομικών της επενδύσεων στην περιοχή, αλλά και για να περιορίσει τη γερμανική επιρροή.
— 2. Εσωτερικές Πιέσεις (Βενιζέλος vs Κωνσταντίνος)
Η Αδιαλλαξία του Κωνσταντίνου: Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, από το στρατηγείο του στο Χατζή-Μπεϊλίκ, απαιτούσε τη μέγιστη δυνατή επέκταση. Πίεζε τον Βενιζέλο να μην υποχωρήσει σπιθαμή, ακόμη και αν αυτό σήμαινε συνέχιση του πολέμου μέχρι τη Σόφια.
Το Δίλημμα του Βενιζέλου: Ο Βενιζέλος, ως ρεαλιστής πολιτικός, φοβόταν τη διπλωματική απομόνωση της Ελλάδας. Ήταν έτοιμος να συζητήσει κάποιες παραχωρήσεις (όπως η Καβάλα) αν αυτό εξασφάλιζε τη μόνιμη ειρήνη, αλλά η λαϊκή ορμή και η πίεση του στρατού τον ανάγκασαν να γίνει ανυποχώρητος.
— 3. Το «Τελεσίγραφο» της Καβάλας
Η Βουλγαρία αρνούνταν να υπογράψει αν δεν έπαιρνε την Καβάλα, ισχυριζόμενη ότι η Ελλάδα είχε ήδη πάρει τη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η Καβάλα ήταν απαραίτητη για την οικονομική επιβίωση της Ανατολικής Μακεδονίας και ότι ο ελληνικός πληθυσμός εκεί δεν θα δεχόταν ποτέ βουλγαρική κυριαρχία.
Το Αποτέλεσμα
Ο Βενιζέλος κατάφερε τελικά να κερδίσει την Καβάλα, αλλά οι πιέσεις αυτές φανέρωσαν το πρώτο μεγάλο χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και το Παλάτι.
Ο Κωνσταντίνος πίστευε ότι η νίκη ήταν αποκλειστικά στρατιωτική, ενώ ο Βενιζέλος ότι ήταν αποτέλεσμα λεπτών διπλωματικών χειρισμών .οι διαφωνίες οδήγησαν αργότερα στον Εθνικό Διχασμό;
Η ΚΟΖΑΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Η Κοζάνη κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (Ιούνιος–Ιούλιος 1913) λειτούργησε ως στρατηγικό κέντρο υποστήριξης για τον Ελληνικό Στρατό. Μετά την απελευθέρωσή της στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (11 Οκτωβρίου 1912), η πόλη είχε ήδη εδραιωθεί ως έδρα της 9ης Μεραρχίας
Η πόλη αποτέλεσε το σημείο όπου ο στρατός ανασυγκροτήθηκε και ενισχύθηκε με εφέδρους και εθελοντές πριν την προέλαση προς την Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία.
Κατέστη το διοικητικό κέντρο της Δυτικής Μακεδονίας, φιλοξενώντας κυβερνητικές υπηρεσίες και υποδομές απαραίτητες για τον έλεγχο των νέων εδαφών
Πολλοί Κοζανίτες επιστρατεύτηκαν ή συμμετείχαν εθελοντικά, στελεχώνοντας μονάδες όπως το 27ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο είχε αμιγώς “κοζανίτικο” λόχο
*27ο Σύνταγμα πεζικού / “Κοζανίτικος” Λόχος
Το 27ο Σύνταγμα Πεζικού, με έδρα την Κοζάνη, αποτέλεσε μια από τις πιο εμβληματικές μονάδες της ΙΧ (9ης) Μεραρχίας
Ο 1ος Λόχος του 27ου Συντάγματος ήταν αυτός που χαρακτηριζόταν ως αμιγώς “κοζανίτικος”, καθώς αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από κατοίκους της πόλης της Κοζάνης.
Μια πληροφορία που είχαμε είναι ότι Διοικητής του λόχου ήταν ο Ταγματάρχης Κωνσταντίνος Σιακαβάρας. ,δεν μπορέσαμε όμως να την διασταυρώσουμε.
Η δράση τους δεν σταμάτησε στο 1913 άλλα και το 1940, οι Κοζανίτες επιστρατεύτηκαν μαζικά. Το τάγμα τους συγκεντρώθηκε και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Νεστόριο Καστοριάς πριν προωθηθεί στο μέτωπο.
Η συμμετοχή στο 27ο Σύνταγμα θεωρείται μέχρι σήμερα πηγή υπερηφάνειας για την Κοζάνη. Πολλές μαρτυρίες βετεράνων, όπως του αείμνηστου Άνθου Πεσλή, διασώσαν το κλίμα της εποχής και την αποφασιστικότητα των “Κοζανιτών της πρώτης γραμμής”
* Πώς το Βίωσαν οι Κοζανίτες
Οι κάτοικοι έζησαν τον πόλεμο μέσα από ένα μείγμα ανακούφισης και εθνικής έξαρσης, καθώς η δική τους ελευθερία ήταν πλέον εξασφαλισμένη, αλλά η απειλή παρέμενε ενεργή στα ανατολικά.
Σε αντίθεση με τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όπου η πόλη κινδύνεψε με βομβαρδισμό από τους Τούρκους, κατά τον Β’ Πόλεμο οι Κοζανίτες ένιωθαν πιο ασφαλείς, καθώς το μέτωπο είχε μετατοπιστεί μακριά από την περιοχή τους.
Οι κάτοικοι υποδέχονταν με ενθουσιασμό τα τμήματα του στρατού που διέρχονταν από την πόλη, προσφέροντας εφόδια και φιλοξενία στους αξιωματικούς και τους φαντάρους.
Ο Μητροπολίτης και οι τοπικές αρχές συνεργάζονταν στενά με τον στρατό για τη διατήρηση της τάξης και την οργάνωση δοξολογιών στον ναό του Αγίου Νικολάου μετά από κάθε νίκη στο μέτωπο.
Παρά τον πόλεμο, η αγορά της Κοζάνης παρέμεινε ενεργή, τροφοδοτώντας τόσο τον τοπικό πληθυσμό όσο και τις διερχόμενες στρατιωτικές μονάδες. Η ζήτηση για είδη πρώτης ανάγκης και εφόδια ήταν αυξημένη
Οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν σε καφενεία και δημόσιους χώρους για να μάθουν τα νέα από το μέτωπο. Η κυκλοφορία εφημερίδων άρχισε να οργανώνεται πιο συστηματικά αμέσως μετά την απελευθέρωση ), αποτελώντας το κύριο μέσο ενημέρωσης.
Η Κοζάνη του 1913 δεν ήταν μια απλή επαρχιακή πόλη, αλλά μια οργανωμένη κοινωνία με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, κάτι που της επέτρεψε να προσαρμοστεί ταχύτατα στα νέα δεδομένα του ελληνικού κράτους.
ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ Α ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) δεν ήταν αποτέλεσμα ενός μόνο γεγονότος, αλλά η κατάληξη μακροχρόνιων εντάσεων στην Ευρώπη.
Η Αφορμή που άναψε τη φωτιά ήταν η δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, στο Σεράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914 από τον Σέρβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ [30].
Μια αφορμή που εξυπηρέτησε αυτούς που θέλανε πόλεμο γιατί οι πραγματικές αιτίες βρισκόταν αλλού
Συγκεκριμένα :
Οι βαθύτερες αιτίες συνοψίζονται σε τέσσερις άξονες που άκουγαν στο όνομα Στρατοκρατία, Συμμαχίες , Ιμπεριαλισμός
— Εθνικισμός
Ο έντονος ανταγωνισμός των εξοπλισμών, ειδικά μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας.
Η δημιουργία δύο αντίπαλων στρατοπέδων, της Τριπλής Συνεννόησης (Entente: Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) .
Η σύγκρουση συμφερόντων για τον έλεγχο αποικιών και πλουτοπαραγωγικών πηγών .
Η επιθυμία εθνοτήτων (ειδικά στα Βαλκάνια) για αυτοδιάθεση και η άνοδος εθνικών φιλοδοξιών που απειλούσαν πολυεθνικές αυτοκρατορίες
Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το ξέσπασμα του Α παγκοσμίου πολέμου έφερε στην επιφανήκαν μια δυσάρεστη κατάσταση που υπόβοσκε άλλα δεν έδειχνε τα σημάδια της που δεν ήταν άλλη από τον Εθνικό διχασμό που ακολούθησε .
Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ζητήθηκε από τις δυνάμεις της Αντάντ (κυρίως Αγγλία και Γαλλία) και υποστηρίχθηκε θερμά στο εσωτερικό από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Τον Αύγουστο του 1914 ,ο Βενιζέλος πρόσφερε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Αντάντ μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, αλλά οι Σύμμαχοι αρχικά αρνήθηκαν, καθώς ήθελαν να κρατήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία ουδέτερη.
Τον Φεβρουάριος του 1915, η Αγγλία πρότεινε επίσημα στην Ελλάδα να συμμετάσχει στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (εκστρατεία της Καλλίπολης), προσφέροντας ως αντάλλαγμα εδαφικές παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία.
Ο Βενιζέλος αποδέχθηκε,η πρώτη ρήξη ήρθε με την άρνηση του Βασιλιά να συναινέσει στην πρόταση του Βενιζέλου για είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, με αντάλλαγμα εδαφικά οφέλη, υποστηρίζοντας αντ’ αυτού μια στάση “μικρής αλλά τίμιας” Ελλάδας.
Λόγω της ανυποχώρητης στάσης του Βασιλιά, ο Βενιζέλος οδηγήθηκε στην πρώτη παραίτηση.(1915)
Ο Βενιζέλος κέρδισε τις εκλογές του Μαΐου 1915: , αλλά ο Βασιλιάς, εκμεταλλευόμενος την ασθένειά του, καθυστέρησε τη σύγκληση της Βουλής, παραβιάζοντας την κοινοβουλευτική πρακτική και δείχνοντας ότι δεν σεβόταν τη λαϊκή ετυμηγορία.
Στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριος του 1915, γίνεται απόβαση Συμμάχων.
Η έλευση των στρατευμάτων της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη, με τη συγκατάθεση του Βενιζέλου αλλά όχι του Βασιλιά, ενέτεινε το χάσμα, μετατρέποντας την πολιτική διαφωνία σε πρακτική δυσκολία διοίκησης.
Η Ελλάδα άρχισε να χωρίζεται σε δύο παρατάξεις: τους Βενιζελικούς (φιλελεύθεροι) και τους Αντιβενιζελικούς (βασιλικοί), με το δίπολο “εθνικό-αντιεθνικό” να αποκρυσταλλώνεται.
Κάπου εδώ εμφανίζονται στην επιφάνεια πλέον τα πρώτα συμπτώματα του Εθνικού Διχασμού εμφανίστηκαν με τη μορφή έντονης πολιτικής και συνταγματικής κρίσης, η οποία προκλήθηκε από τη διαφωνία μεταξύ του Πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τον Οκτώβριος του 1915 , η Μεγάλη Βρετανία έκανε μια νέα, εντυπωσιακή πρόταση: την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα την έξοδο της χώρας στον πόλεμο για να βοηθήσει τη Σερβία που δεχόταν επίθεση από τη Βουλγαρία. Η πρόταση απορρίφθηκε από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση Ζαΐμη.
*Το οχυρό του Ρούπελ παραδίδεται στους Γερμανοβουλγάρους
Τον Ιούνιο του 1916: το οχυρό Ρούπελ παραδίδεται από τους δήθεν ουδέτερους στους Γερμανοβουλγάρους, η Αντάντ απαίτησε τον αφοπλισμό των ελληνικών δυνάμεων που ελέγχονταν από τον Βασιλιά.
Η πράξη αυτή θεωρήθηκε από την πλευρά των Βενιζελικών και της Αντάντ ως εθνική προδοσία, καθώς άνοιξε τον δρόμο για την κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, και αποτέλεσε ένα από τα πιο μελανά σημεία που βάθυναν τον Εθνικό Διχασμό.
Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’ είχαν καθοριστικό ρόλο στην παράδοση του οχυρού Ρούπελ το 1916, καθώς η απόφαση αυτή ήταν το αποτέλεσμα της κοινής τους στρατηγικής για την τήρηση μιας «ευμενούς ουδετερότητας» προς τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Βουλγαρία).
Ο Ιωάννης Μεταξάς, ως τότε αναπληρωτής επιτελάρχης και έμπιστος σύμβουλος του Παλατιού, ήταν ένας από τους κύριους εισηγητές της παράδοσης.
Η διαταγή για την άνευ όρων παράδοση στις γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις συνδιαμορφώθηκε από τον ίδιο, τον πρωθυπουργό Σκουλούδη και τον Υπουργό Στρατιωτικών Γιαννακίτσα, με την πλήρη έγκριση του Βασιλιά.
Για τον Κωνσταντίνο, η παράδοση λειτούργησε ως αντίβαρο στην παρουσία των στρατευμάτων της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη. Θεωρούσε ότι επιτρέποντας στους Γερμανούς να καταλάβουν το οχυρό, διατηρούσε την ισορροπία μεταξύ των δύο εμπόλεμων συνασπισμών στην ελληνική επικράτεια.
Ο Μεταξάς υπήρξε «προστατευόμενος» του Κωνσταντίνου από τον πόλεμο του 1897. Η αφοσίωσή του στο Στέμμα ήταν απόλυτη, γεγονός που τον έκανε τον ιδανικό άνθρωπο για να εκτελέσει τη λεπτή και αμφιλεγόμενη διπλωματικά εντολή της παράδοσης ελληνικού εδάφους χωρίς μάχη.
: Μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην εξουσία το 1917, το γεγονός αυτό αποτέλεσε τη βάση της «Δίκης του Επιτελείου» (Υπόθεση Ρούπελ).
Ο Μεταξάς καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο για προδοσία το 1920 (ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ), ενώ ο Κωνσταντίνος είχε ήδη εξαναγκαστεί σε αποχώρηση από τη χώρα από την Αντάντ, εν μέρει λόγω της οργής που προκάλεσε η παράδοση του οχυρού.
Τον Ιούνιος 1917: Μετά από έντονες πιέσεις και τον ναυτικό αποκλεισμό της Αθήνας από τους Γάλλους, ο Κωνσταντίνος εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση.
Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην εξουσία και η Ελλάδα κήρυξε επίσημα τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις στις 29 Ιουνίου 1917.
Εκτός από τις Μεγάλες Δυνάμεις, τη συμμετοχή της Ελλάδας ζητούσε σταθερά και η Σερβία, επικαλούμενη τη διμερή αμυντική συμφωνία του 1913, όταν δέχθηκε την επίθεση της Αυστροουγγαρίας και της Βουλγαρίας
Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΧΕ ΞΕΚΙΝΉΣΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ
Ενώ ο Εθνικός Διχασμός ως ιστορική περίοδος οριοθετείται επίσημα το 1915, η σύγκρουση κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο αποκάλυψε τη βαθιά διαφορά νοοτροπίας μεταξύ των δύο ανδρών:
Η διαφωνία στην Κοζάνη μεταξύ Βενιζέλου και διάδοχου Κωνσταντίνου τον Οκτώβριο του 1912 θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ως το πρώτο ουσιαστικό ρήγμα και το προοίμιο του Εθνικού Διχασμού.
Όπως είδαμε σε προηγούμενες δημοσιεύσεις ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ως αρχιστράτηγος, επιθυμούσε τη συνέχιση της πορείας προς τα βόρεια, με στόχο το Μοναστήρι (Bitola), θεωρώντας το στρατιωτικά πιο ορθό για την εξουδετέρωση του οθωμανικού στρατού.
Αντίθετα, ο Βενιζέλος έβλεπε το ζήτημα πολιτικά και εθνικά, επιμένοντας ότι η κατάληψη της Θεσσαλονίκης ήταν απόλυτη προτεραιότητα για να μην προλάβουν οι Βούλγαροι, που ήδη κινούνταν προς τα εκεί.
Στην ιστορία έμεινε η οργισμένη τηλεγραφική παρέμβαση του Βενιζέλου προς τον Κωνσταντίνο.
Όταν ο Διάδοχος ρώτησε «Πού θέλετε να κατευθυνθώ;», ο Βενιζέλος απάντησε: «Θεσσαλονίκην πάση θυσία!».
Ήταν η πρώτη φορά που τέθηκε το ερώτημα ποιος έχει τον τελικό λόγο στη διεξαγωγή του πολέμου: η εκλεγμένη κυβέρνηση ή η στρατιωτική ηγεσία (που ταυτιζόταν με το Στέμμα).
Η σύγκρουση αυτή στην Κοζάνη δεν δίχασε τότε τον λαό, καθώς η νίκη και η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έφεραν εθνική ευφορία, αλλά καλλιέργησε την προσωπική δυσπιστία που οδήγησε στη μεγάλη ρήξη του 1915.
.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ «ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ .
Στις 30 Αυγούστου 1916, φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί ίδρυσαν στη Θεσσαλονίκη την «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης».
Ο Βενιζέλος μετέβη στη Θεσσαλονίκη και μαζί με τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή σχημάτισαν την Προσωρινή Κυβέρνηση.
Η χώρα κόπηκε στα δύο. Το «Κράτος της Θεσσαλονίκης» (Μακεδονία, Νησιά, Κρήτη) κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, ενώ το «Κράτος των Αθηνών» επέμενε στην ουδετερότητα, οδηγώντας στα αιματηρά Νοεμβριανά του 1916.
Το Αποτέλεσμα
Η πίεση των Συμμάχων (αποκλεισμός της Αθήνας) ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να φύγει από τη χώρα τον Ιούνιο του 1917.
Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, η Ελλάδα ενώθηκε υπό την κυβέρνησή του και εισήλθε επίσημα στον πόλεμο, γεγονός που οδήγησε αργότερα στη Συνθήκη των Σεβρών και την «Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών».
ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ
Τα «έκτροπα» στην Αθήνα κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού αναφέρονται κυρίως στα Νοεμβριανά του 1916, μια σειρά από αιματηρές συγκρούσεις και διώξεις που κορύφωσαν τη διαμάχη μεταξύ των οπαδών του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν το διήμερο 18 και 19 Νοεμβρίου 1916 (με το παλαιό ημερολόγιο) ή 1 και 2 Δεκεμβρίου 1916 (με το νέο ημερολόγιο).
* Στρατεύματα της Αντάντ (κυρίως Γάλλοι και Βρετανοί) αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και προέλασαν προς την Αθήνα με σκοπό να κατασχέσουν πολεμικό υλικό από την κυβέρνηση των Αθηνών.
*Ο ελληνικός στρατός και οι φιλοβασιλικοί «Επίστρατοι»
*Το γαλλικό ναυτικό βομβάρδισε επιλεγμένα σημεία της πόλης, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών γύρω από τα Ανάκτορα και το Στάδιο, για να αναγκάσει τον βασιλιά σε υποχώρηση.
–Το «Πογκρόμ» κατά των Βενιζελικών: Μετά την αποχώρηση των συμμαχικών δυνάμεων, η Αθήνα παραδόθηκε σε ένα κύμα βίας και τρομοκρατίας.
Φιλοβασιλικοί επιτέθηκαν σε σπίτια, καταστήματα και εφημερίδες βενιζελικών, προχωρώντας σε εκατοντάδες συλλήψεις και κακοποιήσεις (όπως του δημάρχου Εμμανουήλ Μπενάκη).
*Το Ανάθεμα: Λίγες εβδομάδες αργότερα (Δεκέμβριος 1916), πραγματοποιήθηκε στο Πεδίον του Άρεως η τελετή του αναθέματος κατά του Βενιζέλου, όπου χιλιάδες κόσμου έριχναν πέτρες σε ένα ομοίωμά του.
1912 -1916( ΕΩΣ 30 /8 / 1916 ) ΤΙ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ
ΠΟΙΟΙ ΗΤΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ;
Η περίοδος 1912-1916 για την Κοζάνη ήταν η εποχή της μετάβασης από την οθωμανική κυριαρχία στην ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος, με την πόλη να μετατρέπεται σε κέντρο διοικητικών και στρατιωτικών εξελίξεων στη Δυτική Μακεδονία.
Δήμαρχοι Κοζάνης (1912 – Αύγουστος 1916)
-Νικόλαος Αρμενούλης 1912 – 13
-Γεώργιος Μάνος 1913 – 15
-Κωνσταντίνος Γκάγκαλης 1915 – 16
-Γεώργιος Μάνος 1916
Εκλογές του 1915: Η πόλη βρέθηκε στο επίκεντρο του πολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών.
Προετοιμασία για το Κίνημα (1916): Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν της 30ής Αυγούστου 1916, το κλίμα στην πόλη ήταν τεταμένο λόγω της παρουσίας συμμαχικών στρατευμάτων στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των πολιτικών παθών που κορυφώνονταν
ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ
Στην Κοζάνη, τα πρώτα συμπτώματα του Εθνικού Διχασμού άρχισαν να εκδηλώνονται ήδη από την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918), αν και οι επιπτώσεις του παρέμειναν έντονες σε όλη τη δεκαετία του 1920. πρώτη ευρεία εμφάνιση των διχαστικών τάσεων στην περιοχή σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η απελευθέρωση της Μακεδονίας το 1912 είχε ήδη αποδεσμεύσει αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις που προηγουμένως ομονοούσαν υπό την οθωμανική κυριαρχία.
: Οι πολίτες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα, τους «προοδευτικούς» (βενιζελικούς) και τους «συντηρητικούς» (βασιλικούς/αντιβενιζελικούς).
Κατά την περίοδο 1915-1920, η ένταση εκφράστηκε έντονα μέσα από τις εκλογικές αναμετρήσεις, με σκληρή πόλωση μεταξύ των υποψηφίων και των οπαδών των δύο παρατάξεων.
Η παρουσία ξένων στρατευμάτων (Αντάντ) και η επίσκεψη υψηλόβαθμων αξιωματούχων, όπως του στρατηγού Γκιγιομά στην Κοζάνη τον Μάιο του 1918, αναδείκνυαν το χάσμα μεταξύ της διοικητικής/θρησκευτικής εξουσίας και του λαϊκού αισθήματος.
Μετά το 1922, ο διχασμός πήρε μια νέα μορφή, αυτή της έντασης μεταξύ του γηγενούς πληθυσμού και των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στον Νομό Κοζάνης. Οι πρόσφυγες στην πλειονότητά τους ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του Βενιζέλου, γεγονός που ανατροφοδότησε την προϋπάρχουσα πολιτική αντιπαλότητα στην τοπική κοινωνία
Υ.Γ. Στην επόμενη δημοσίευση : Η Κοζάνη υπό Γαλλική κατοχή και οι συνέπειες.











