
Του Αργύρη Αργυριάδη:
Υπάρχουν φράσεις που δεν είναι απλώς επικοινωνιακά συνθήματα. Συμπυκνώνουν μια ολόκληρη αντίληψη για την πολιτική και την εξουσία. Η πρόσφατη δήλωση «ή εμείς ή κανείς» του Αλέξη Τσίπρα είναι μία από αυτές. Και ίσως είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική από το παλιό «ή εμείς ή αυτοί».
Το «ή εμείς ή αυτοί» χώριζε την κοινωνία σε δύο στρατόπεδα. Κατασκεύαζε δύο κόσμους που υποτίθεται ότι δεν μπορούσαν να συνομιλήσουν. Το «ή εμείς ή κανείς» προχωρά ακόμη περισσότερο. Δεν αναγνωρίζει απλώς έναν αντίπαλο, αλλά διεκδικεί το μονοπώλιο της εναλλακτικής λύσης. Μιας απροσδιόριστης «πεφωτισμένης» προοδευτικής δεσποτείας…
Τούτο, όμως, αποτελεί ισχυρή απόδειξη απροκάλυπτης διολίσθησης προς τον πολιτικό βοναπαρτισμό. Όχι βέβαια με την κυριολεκτική, ιστορική σημασία του όρου, αλλά ως πολιτική νοοτροπία που τοποθετεί τον «αρχηγό» και τον πολιτικό του φορέα πάνω από τις συλλογικές διεργασίες. Μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία αν δεν μπορεί να υπάρξει η «δική μας λύση», τότε ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία. Το «παπικό αλάθητο» ως απόληξη της ιδιωτικής προσέγγισης της πολιτικής. Από κόμμα ΙΧ, σε μια ναρκισσιστική θέαση της ζώσας πραγματικότητας.
Όμως, η Δημοκρατία λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα. Στη Δημοκρατία κανείς δεν είναι αναντικατάστατος. Κανένα κόμμα δεν κατέχει την αποκλειστικότητα της προόδου και κανένας πολιτικός αρχηγός δεν διαθέτει πιστοποιητικό μοναδικού εκφραστή της αλήθειας. Υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικά κινήματα, θεσμοί και, τελικά, πολίτες που αποφασίζουν ποιος μπορεί να τους εκπροσωπήσει. Συνεπώς, εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά με την πολιτική κουλτούρα που χρειάζεται σήμερα η δημοκρατική παράταξη.
Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να απαντήσει στον «έναν» με κάποιον άλλο «μοναδικό». Ούτε φυσικά να υιοθετήσει τη λογική ότι υπάρχει ένας σωτήρας που θα αντικαταστήσει τον προηγούμενο. Η ιστορική του δύναμη υπήρξε διαφορετική. Η δυνατότητα να μετατρέπει κοινωνικές δυνάμεις σε πολιτική πλειοψηφία, να συνθέτει διαφορετικές απόψεις και να δημιουργεί θεσμούς που υπερβαίνουν τα πρόσωπα.
Η χώρα έχει πληρώσει αρκετές φορές τα τεχνητά διλήμματα. «Ή εμείς ή αυτοί». «Ή ο ένας ή το χάος». Και τώρα «ή εμείς ή κανείς». Τα μανιχαϊστικά διλήμματα με μπόλικη επίκληση των φοβικών συνδρόμων μερίδας του Ελληνικού λαού μπορεί να πετυχαίνουν πρόσκαιρα δημοσκοπικά οφέλη, αλλά ουδόλως δύνανται να οδηγήσουν στην εκζητούμενη πολιτική αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα.
Απέναντι στον βοναπαρτισμό, η χώρα χρειάζεται ένα διαφορετικό πολιτικό υπόδειγμα. Λιγότερος μεσσιανισμός και περισσότερη θεσμικότητα. Λιγότερη προσωπολατρία και περισσότερη συλλογικότητα. Λιγότερα διλήμματα φόβου και περισσότερες συγκεκριμένες προτάσεις για την οικονομία, τη Δικαιοσύνη, το κοινωνικό κράτος, την ακρίβεια και την καθημερινότητα. Λιγότερη πολιτική υπνοβασία και περισσότερη ενεργητική συμμετοχή.
Γιατί η προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός ανθρώπου. Και η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα όταν δεν άγεται και φέρεται από τις προσωπικές φιλοδοξίες κανενός. Το πραγματικό αντίθετο του «ή εμείς ή κανείς» είναι πολύ απλό. Όλοι μαζί για την πολιτική αλλαγή. Δίχως μεσσίες, υπνοβάτες και βοναπάρτες…








