Ο Φανός “Λάκκους τ’ Μάγγαν’”, αποχαιρετά με βαθιά συγκίνηση το αγαπητό μέλος του, Βασίλη Τζήκα.
Έναν άνθρωπο της προσφοράς, με δύναμη, χαμόγελο και ακούραστη ενέργεια, που υπηρέτησε τον Φανό, με σεβασμό και αγάπη.
Έναν άνθρωπο της προσφοράς, με δύναμη, χαμόγελο και ακούραστη ενέργεια, που υπηρέτησε τον Φανό, με σεβασμό και αγάπη.
Καλό σου ταξίδι πρόεδρε
Λίγα λόγια θα πω για τον κυρ-Βασίλη, γιατί κι αυτός δεν θα ήθελε περισσότερα.
Πάλεψε τη ζωή στα ίσα, με θάρρος, δύναμη και πάντα καλή διάθεση. Κατάφερε πολλά και μας δίδαξε πολλά μέσα από το παράδειγμά του. Χωρίς να το κάνει λόγο μάλιστα.
Ο Λάκκος του οφείλει τα άσωτα!
Δεν θα υπήρχαμε χωρίς τη δική του συμβολή.
Στα πρώτα μας βήματα ο φούρνος ήταν το στέκι και το «επιτελείο» μας. Και το θεωρούσαμε και φυσικό να φανταστείτε, να διαθέτει ένας επαγγελματίας το χώρο του, ενώ ταυτόχρονα ζύμωνε, φούρνιζε, έψηνε ψωμιά και φαγητά, πουλούσε… Εξυπηρετούσε την πελατεία του δηλαδή. Όλα με το χαμόγελο στο στόμα και με μια καλή κουβέντα για τον καθένα. Και με κάποιους μεγαλύτερους της γειτονιάς να κάθονται όλη τη μέρα σε μια καρέκλα που τους πρόσφερε εκεί μέσα, για να περνούν την ώρα τους χωρίς να είναι αποκομμένοι από τον κόσμο.
Ήταν ένας άνθρωπος της προσφοράς με απίστευτη δύναμη και ενέργεια.
Κι επειδή είχε παλέψει με πολύ σοβαρές δυσκολίες στη ζωή του, τα δικά μας τα «προβλήματα» δεν του φαινόταν τίποτα. Την εβδομάδα της Αποκριάς έμπαινε- έβγαινε στο φούρνο, ξιντύνατους, κουβαλώντας όλα όσα αποθηκεύαμε εκεί μέσα. Σάββατο και Κυριακή έψηνε άσωτα ταψιά κεφτέδες και κοτόπουλα για να έχουμε να κερνάμε όσους μας τιμούσαν με την παρουσία τους εκεί. Άσε που ζέσταινε όλα τα κιχιά! Για να είναι ζεστά και να μην αντρουπιαστούμι. Και πριν καθιερωθούν τα Γλέντια των Φανών, μας μάζευε πάνω από 100 άτομα στο φούρνο για να γλεντήσουμε. Με κρασί, μεζέδες, τραγούδια και χορό.
Αξέχαστες εκείνες οι βραδιές.
Την Κυριακή κατέβαινε στην παρέλαση κρατώντας το λάβαρο, γυρνούσε, μας τα ετοίμαζε όλα κι ύστερα πήγαινε σπίτι για να κοιμηθεί λίγες ώρες. Και γυρνούσε κατά τις δώδεκα, την ώρα που ο Φανός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, για να αρχίσει την ετοιμασία για τις λαγάνες. Χωρίς να βαρυγκομήσει ούτε μια φορά! Χωρίς να επιδιώξει να πάρει τα εύσημα για το οτιδήποτε. Κι άμα πήγαινες να τον επαινέσεις για κάτι σε έκοβε γελώντας. «Άστα τώρα αυτά!»
Θα μπορούσα να συνεχίσω για ώρες – σαραντατόσα χρόνια με κοινά μεράκια, χαρές, στενοχώριες, αγωνίες, δουλειά και γλέντια … δεν είναι λίγα. Θα περιοριστώ να τονίσω κάτι τελευταίο. Πόσο σεβόταν τις γυναίκες, ένας άνθρωπος που ανήκε σε μια γενιά όπου μια τέτοια στάση ζωή δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη. Ξεκινώντας από τη γυναίκα του, την Ευτέρπη, με την οποία συμπορεύτηκε πάνω από μισό αιώνα με αμοιβαίο σεβασμό, αγάπη, φροντίδα και κατανόηση. Πολύ την ζήλευα την σχέση αυτού του ζευγαριού και δεν ήμουν η μόνη. Αυτή η στάση του προς τις γυναίκες ήταν γενικότερη όμως. Δεν είναι τυχαίο πως μετά την δική του θητεία σαν πρόεδρος στο Λάκκο, έκανε χώρο σε μια γυναίκα. Ασυνήθιστο εκείνη την εποχή γενικότερα, πόσο μάλλον σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο όπως ήταν η Κοζανίτικη Αποκριά.
Χωρίς διδακτισμούς και ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί και να το επιδιώκει, μας έμαθε πολλά. Κυρίως πώς να παλεύουμε με αξιοπρέπεια βάζοντας πλάτη σε όλα.
Καλό σου ταξίδι, κυρ-Βασίλη.
Ήσουν λεβέντης.











