Ποντιακές λέξεις από την ποντιακή κουζίνα με αρχαιοελληνική προέλευση – Της Δέσποινας Μιχαηλίδου – Καπλάνογλου


 

Της Δέσποινας Μιχαηλίδου – Καπλάνογλου:

Έχουν ακουστεί πολλά για τις Ποντιακές γεύσεις και την Ποντιακή κουζίνα ποια όμως ήταν τα σκευή που χρησιμοποιούσαν για να παρασκευάσουν τα υπέροχα αυτά εδέσματα. Που άλλα ήταν απλά στην παρασκευή τους και άλλα ελαφρώς πολύπλοκα,τι σκευή χρησιμοποιούσαν. Ποια από αυτά τα σκευή άντεξαν στον χρόνο με την έννοια του ονόματος να έχει την αρχαιοελληνική ρίζα.

Ψάξαμε και κάποια από αυτά τα παρουσιάζομε από την σημερινή δημοσίευση

Από τα οικιακά σκεύη που αποτελούσαν την κουζίνα και το νοικοκυριό ενός Ποντιακού σπιτιού, επιλέξαμε 6 μεταλλικά.

1. ΔΙΛΑΒΟΝ

Ρηχή χύτρα με δύο λαβές και σκέπασμα άλλα και

Δίλαβον χαλκόν: Καζάνι μεγάλο με δύο λαβές. Σ’ αυτό έβραζαν νερό για την πλύση και έκαναν φαγητά σε μεγάλες ποσότητες για γάμους, μνημόσυνα κτλ.

Διλαβώνω στην Ποντιακή σκωπτικά για άνδρα σημαίνει παντρεύω γιατί στο γάμο χρησιμοποιείται το μεγάλο δίλαβο καζάνι για την παρασκευή του πιλαφιού που μυρίζεται στους γάμους.

2. ΚΛΩΣΤΟΤΗΓΑΝΟΝ

Τηγάνι με τοιχώματα ψηλά, λαβή και ειδικό καπάκι (στραφτάρ’). Γύρω γύρω απ’ τη στεφάνη είχε χείλια ώστε να ταιριάζει ακριβώς σ’ αυτά το σκέπασμα. Το καπάκι του χρησίμευε στο να γυρίζονται απ’ την άλλη μεριά φαγητά όπως οι ομελέτες,αλλά και τα ψάρια.

3. ΛΑΧΑΝΟΚΟΥΤΑΛΟΝ

Τρυπητή κουτάλα.

1.Το Λαχανοκούυταλον στον πόντο έχει δυο έννοιες είναι κουτάλα λαχανόσουπας διάτρητη ή όχι μεγάλου μεγέθους.

2.Είναι ο περίεργος άνθρωπος που ανακατεύονται παντού, όπως το λαχανοκούταλο που χρησιμοποιείται και σε άλλα φαγητά.

4. ΧΟΥΛΑΡΑ -ΚΟΧΛΙΑΡΙΟΝ

Το κουτάλι είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ευκολότερη κατανάλωση του φαγητού. Χρησιμοποιείται συνήθως για την κατανάλωση, αλλά και το ανακάτεμα, τροφών που είναι σε υγρή μορφή, όπως την σούπα ή το γιαούρτι. Η χρήση του όμως είναι συνηθισμένη και για τροφές σε στέρεα κατάσταση,

Μπορούν να φτιαχτούν κουτάλια από διάφορα υλικά. Η χρήση μετάλλων όπως ο ανοξείδωτος χάλυβας, το ασήμι, ο χρυσός, ο κασσίτερος ή ο χαλκός είναι πλέον η πιο διαδεδομένη, μαζί με το πλαστικό και τα κεραμικά είδη. Κουτάλια όμως έχουν κατασκευαστεί ανά τους αιώνες και από ξύλο, ελεφαντόδοντο, σχιστόλιθο, κόκκαλο, κρύσταλλο, γυαλί ή μπρούντζο.

Η χρήση κουταλιού χρονολογείται από την Παλαιολιθική περίοδο. Οι προϊστορικοί άνθρωποι χρησιμοποιούσαν πιθανότατα ως κουτάλια, κελύφη, όστρακα ή κομμάτια ξύλου.

5. ΠΕΡΟΝΑ

Τα πιρούνια.«πειρούν»

Το πιρούν είναι μαγειρικό σκεύος για την κατανάλωση τροφής το οποίο αποτελείται από λαβή και αρκετές μυτερές απολήξεις. Χρησιμοποιείται κυρίως στο δυτικό πολιτισμό, ενώ αντίθετα στους ανατολίτικους χρησιμοποιούνται κυρίως ξυλάκια φαγητού. Είναι συνήθως μεταλλικό και χρησιμοποιείται για να ανυψωθεί το φαγητό στο στόμα ή για να το σταθεροποιήσει για να κοπεί με το μαχαίρι. Το πιρούνι έχει σχήμα τρίαινας αλλά είναι καμπύλο από την ένωση της λαβής μέχρι την άκρη των δοντιών.

Λίγα είναι γνωστά για τα πρώτα πιρούνια, αλλά θεωρείται ότι η χρήση τους ως μαγειρικά σκευή ανάγεται στην Αρχαία Ελλάδα[1] ή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όπως δείχνουν αρχαιολογικά ευρήματα.

6. ΧΑΛΚΕΡ

Χάλκινο γουδί με το γουδοχέρι.

Το γουδί και γουδοχέρι, είναι μαγειρικό σκεύος το οποίο χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα, για την παρασκευή συστατικών ή ουσιών με τη σύνθλιψη και την άλεση τους, σε μια λεπτή πάστα ή σκόνη. Το γουδί είναι το κοίλο σκεύος, κατασκευασμένο συνήθως από ξύλο (σκληρό), μέταλλο, μάρμαρο, κεραμικό, γυαλί, πέτρα κ.ά. με το οποίο κανείς κοπανίζει το περιεχόμενο διάφορων συνήθως σκληρών ουσιών ενός γουδιού και το κάνει σκόνη ή πολτό. Το γουδοχέρι είναι ένα βαρύ και αμβλύ σε σχήμα μακρουλό κυλινδρικό όργανο, το άκρο του οποίου χρησιμοποιείται για τη θραύση και άλεση. Η ουσία που πρόκειται να τριφτεί, τοποθετείται στο γουδί και τρίβεται, θρυμματίζεται ή αναμιγνύεται, χρησιμοποιώντας το γουδοχέρι.

Οι επιστήμονες έχουν βρει γουδιά και γουδοχέρια, τα οποία χρονολογούνται περίπου από το 35.000 π.Χ

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΝΤΙΑΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

1. Δίλαβον 2.Κλωστοτήγανον 3. Λαχανοκούταλον ,4. Περόνα 5.Χουλάρα , 6 Χαλκέρ ή χαβάν

1. Δίλαβον =- Δυο+ λαβίν
Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις :Δύο+λαμβάνω
Δυο – λαβή (εκ του λαμβάνω )

Ετυμολογία
λαβή < αρχαία ελληνική λαβή < λαμβάνω
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Ρηχή χύτρα με δύο λαβές
Δίλαβον χαλκόν: Καζάνι μεγάλο με δύο λαβές.
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : Διλαβώνω ,διλογίζω.διλαβίτζα

2.Κλωστοτήγανον:
(κλωστοτήγανον: από το κλώσιμον).
κλωστοτήγανο

Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις : Κλωστός+τηγάνιον
κλώθω < αρχαία ελληνική κλώθω, < κάλαθος
Ετυμολογία κλώθω < αρχαία ελληνική κλώθω, < κάλαθος
κλώσμα < κλώθω < κλωσμένο νήμα <
τηγάνι < ελληνιστική κοινή τηγάνιον, υποκοριστικό του τήγανον
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Ρηχή χύτρα με δύο λαβές με μια ευθύγραμμη λαβή και μια κλειστή και σκέπασμα
κλώθω=γνέθω, νήθω, στρέφω, γυρίζω
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : κλωστήριο, κλωστής ,κλώσημα

3. Λαχανοκούταλον:

Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις : Λάχανον+κουτάλιν
λαχαίνω +
Ετυμολογία
Λαχανο < λάχανο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάχανο < αρχαία ελληνική λάχανον < λαχαίνω (σκάβω)

Κουτάλιν < κουτάλι< μεσαιωνική ελληνική κουτάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κώταλις (κουτάλα)
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Τρυπητή κουτάλα.
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : λαχανικό λαχανίδα λαχανί λαχανόκηπος
κουτάλα κουταλάκι κουταλιά ,κουταλιανός

4 . Περόνα
Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις : «πείρω»
Τρυπώ κάτι από τη μια άκρη ως την άλλη, διαπερνώ
Ετυμολογία πείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά, το πιρούνι προέρχεται από το ελληνιστικό «περόνιον» που είναι υποκοριστικό της λ. «περόνη».

Η τροπή περόνιον -> πιρούνι(ν) έγινε στα μεσαιωνικά χρόνια
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Πιρούνι
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : περόνη
• πόρπη, ἀποπείρω, διαπείρω

5..Χουλάρα

Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις : Κόχλος, Κοχλίας
Ετυμολογία κοχλιάριο < ελληνιστική κοινή κοχλιάριον < αρχ. ελλ. Κοχλίας ,κόχλος.
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Τα κουτάλια. Χουλίαρια και στην Κοζανίτικη διάλεκτο
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : κοχλιακός κοχλιοειδής κοχλιώνω κοχλίωση
• κοχλιωτός

6 Χαλκέρ ή χαβάν:
Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις : Χαλκός
Ετυμολογία
Αρχαία ελληνικά Ετυμολογία χάλκεος < χαλκός
Επίθετο χάλκεος,-έα,-ον και χάλκεος, χάλκεον

1. η ασυναίρετη μορφή το επιθέτου χαλκοῦς, ο χάλκινος

2. ο σκληρός σαν το χαλκό, αλύγιστος

Ταυτόσημο χαλκούς, -ῆ, οῦν χάλκειος χαλκήιος,-ος,-ον
Στην νεοελληνική αποδίδεται: Γουδί χάλκινο. ίγδιον
ἰγδίον < ἴγδις + υποκοριστικό επίθημα -ίον
Σύνθετη ή συγγενής λέξη : χαλκούς χαλκεύω
Χαλκόω-χαλκῶ χαλκέλατος και χαλκήλατος

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.