Λέξεις και φράσεις της Ποντιακής διαλέκτου με αρχαιοελληνικές ρίζες – Της Δέσποινας Μιχαηλίδου Καπλάνογλου

Της Δέσποινας Μιχαηλίδου Καπλάνογλου:

.Η επιλογή των λέξεων της Ποντιακής διαλέκτου προέρχονται από Ποντιακους στίχους τραγουδιών

ΠΟΝΤΙΑΚΑ

–Έναν έμορφον γιαβρίν

Έναν έμορφον γιαβρίν ’Σέβεν σ’ εμόν τη ζωήν

Σην ψ̌η μ’ απέσ’ ατό έχω Και χωρίς ατό ’κι αντέχω

Τ’ όνομαν ατ’ς έν’ Σοφίτσα Έμορφος άμον κουκλίτσα

Άγγελος με τα γανάτι͜α Χαντυλλι͜άζ’ τ’ εμά τ’ ομμάτι͜α

Έμορφον μελαχρινόν Εμέναν θα παλαλών’

Λέει με «έλα σ’ οσπιτόπο μ’ Και ψαλάφα το χͮερόπο μ’»

Κόρτσοπον μελαχρινόν Θα ευτάγω σε τ’ εμόν

Ση μάνα σ’ εγώ θα πάω Και τ’ εμόν εσέν θ’ ευτάγω

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

–Ένα όμορφο μωρό

Ένα όμορφο μωρό μπήκε στην ζωή μου

Μέσα στην ψυχή μου το έχω και χωρίς αυτό δεν αντέχω

Το όνομα της είναι Σοφούλα Όμορφη σαν κούκλα

Άγγελός ,με φτερά Γαργαλάει τα μάτια μου

όμορφή μελαχρινούλα Θα με τρελάνει

Μου λέει έλα σπίτι μου και ζήτα το χεράκι μου

Κοριτσάκι μελαχρινό θα σε κάνω δικό μου.

Στην μάνα σου εγώ θα πάω και θα σε κάνω δικό μου

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ

Χαντυλλι͜άζ’, παλαλών ,ψαλάφα , ευτάγω , εσέβεν , χͮερόπο.

1. Χαντυλλι͜άζ’:

Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη : Άκανθύλλιον – Ακή

Ετυμολογία : αγκάθι < μεσαιωνικό ἀκάνθιν < αρχαίο ἀκάνθιον (grc) , υποκοριστικό του ἄκανθα (grc) < αρχαίο ἀκή (grc) , λεπτή άκρη

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Θαμπώνει , γαργαλάει, γαργαλίζει, κεντώ με αγκάθι, νύσσω.

Συγγενικές λέξεις : Χαντυλλάσιμον χαντύλλασμαν

2. Παλαλών

Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη : Απόλλυμι

Ετυμολογία : Απολωλός < ελληνιστική κοινή ἀπολωλός, μετοχή του αρχ.ἀπόλλυμι,ο τρελός, χαζός.

παλαβός < παλάβρα παλάβρας ο [palávras ] & παλάβρα 2 η [palávra]: (προφ., χλεύη.) για άνθρωπο: α. ανόητο, παλαβό, παλαβιάρη

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Θα με τρελάνει. Με τρελαίνει

Συγγενικές λέξεις : Παλαλωτά .παλαβός,παλαβομάρα.

3. Ψαλάφα

Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη : Ψηλαφάω-ῶ ,

Ετυμολογία : ψηλαφώ < αρχαία ελληνική, ψηλαφάω-ῶ

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Ψάχνω , άπτομαι δια των χειρών,ερευνώ΄, ζητώ.

Συγγενικές λέξεις :Ψαλάφα, ψηλάφεμαν, ψηλαφίζω, ψηλάφηση , ψηλαφητός

ψηλαφιστά

4, Ευτάγω

Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη : Ευθιάζω-ειθειάω

Οι χρόνοι στην Ποντιακή: Εφτάω, ρ.: κάνω / εφτάγω, εφτάς, ευτάει, αόριστος εποίκα από αρχ, παρακ, πεποίηκα του ρημ. ποιώ

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Κάνω κάτι ευθύ, ισιώνω κάτι

Συγγενικές λέξεις : Φτιάχνω,Ταυτόσημο φκειάχνω ,φκιάνω .φκιάχνω , φτειάνω φτειάχνω φτιάνω φτιασιδώνω Αφτιαχτος φτιαγμένος φτιάξιμο , φτιασίδι . • φτιαχτός

5.Σέβεν<εσέβεν

Προέρχεται από τΙς αρχαιοελληνικές λέξεις : Έν + βαίνω

Ετυμολογία : Εμπαίνω εμβαίνω

μπαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαίνω < ἐμπαίνω με αποβολή του αρχικού [e] < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω (που προφερόταν με < ἐν + βαίνω. Διαφορετικό το μπάζω

Εμβαίνω < ἐν + βαίνω & αρχ. Εισενέγκα, εσηνείκα

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Εισέρχομαι

Συγγενικές λέξεις : Έμπα έμπαση, εμπασιά μπαινάκης βγαινάκης μπαινοβγαίνω

• μπασιά μπάσιμο

6. Χερόπο – χέριν

Προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη : Χείρ.

Ετυμολογία : χέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χέριν < ελληνιστική κοινή χέριον υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική χείρ

Απόδοση στην νεοελληνική διάλεκτο : Χέρι, χεράκι.

Συγγενικές λέξεις : Χειρίζομαι χειριστήριο χεράκι χερακώνω χεριά χεριάζω

 
 

loading…


 
 

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.