Λέξεις και φράσεις από στίχους ποντιακού τραγουδιού με αρχαιοελληνικές ρίζες – Της Δέσποινας Μιχαηλίδου – Καπλάνογλου

Στοιβάεις – Γέλος – Κανείνταν – Εγομώθαν – Αχάντι͜α -Καφούρα.

Της Δέσποινας Μιχαηλίδου- Καπλάνογλου:

Η επιλογή των λέξεων της Ποντιακής διαλέκτου που εμφανίζονται στον τίτλο της σημερινής δημοσίευσης αντλήθηκαν από στίχους ποντιακού τραγουδιού που μιλά για την αγάπη

ΠΟΝΤΙΑΚΑ

Σεβντά θ’ απιδι͜αβαίνω σε, Πόνι͜α Πόνι͜α στοιβάεις σα πόνι͜α μ’

Δάκρυ͜α ’κ’ επέμ’ναν σ’ ομμάτι͜α μ’Γέλος ’κ’ ελέπ’ το στόμα μ’

Καφούραν τ’ αναστέναγμα μ’ Εθόλωσαν τα τζ̌άμι͜α

Μετρώ τα τέρτι͜α μ’ σην οκάν ’Κι κανείνταν τα τράμι͜α

Τριβόλι͜α και σταυράχαντα Εγομώθαν τ’ αυλία μ’

Έγκαν αχάντι͜α ξυμυτά Τρυπαίν’νε την καρδία μ’

Ν’ αηλί εμέν ντ’ εγράεψαΤα χͮέρι͜α μ’ ’κι κρατούνε

Μανάχος σύρω την πελι͜ά μ’Και οι τουσ̌μάν’ γελούνε

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Αγάπη θα σε ξεπεράσω Πόνους , πόνους συσσωρεύεις στους πόνους μου Δάκρυα δεν έμειναν στα μάτια μου. Γέλιο δεν βλέπει το στόμα μου

Καυτούς καπνούς ο αναστεναγμός μου Θόλωσαν τα τζάμια.

Μετρώ τους καημούς στην οκά Δεν φτάνουν τα δράμια Τριβόλια και αγκάθια γέμισαν τις η αυλές μου . Έφεραν αγκάθια κοφτερά.

Τρυπάνε την καρδιά μου Αλίμονο σε μένα τι έπαθα .

Τα χέρια μου δεν κρατάνε .

Μόνος υποφέρω τον μπελά μου Και οι εχθροί μου γελάνε

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡ

Στοιβάεις. Γέλος , Κανείνταν , Εγομώθαν , Αχάντι͜α ,Καφούρα.

1.Στοιβάεις

Στοιβάζω

Συσσωρεύω

στοίβα < στοιβάζω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή στοιβάζω

Σωρός ομοίων πραγμάτων στοίβα

2. Γέλος

Γέλως

Γελάει κάποιος Γέλιο

γέλιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γέλιον < γελῶ < αρχαία ελληνική γελάω / γελῶ < ινδοευρωπαϊκή ρίζα

γέλασμα γελασμένος γελαστής γελαστικός γελαστός

3.Κανείνταν

Ικανώ

Φθάνει

ικνέομαι ικανός< αρχαία ελληνική ἱκανός < ἱκνέομαι / ἱκνοῦμαι < ἵκω / ἱκάνω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sē̆ik-

Απόδοση στην ελληνική φτάνουν, είναι αρκετά.

Συγγενικές λέξεις ανίκανος ικανότητα ανικανότητα ικανώς

4. Εγομώθαν

Γεμίζω

Γέμισαν πληρώ

γεμίζω < αρχαία ελληνική γεμίζω < γέμω

Συγγενικές λέξεις γεμάτος γέμιση γέμισμα γεμιστήρας γεμιστής γεμιστός γιομάτος

5. Αχάντι͜α

Αχαντιν-Αχαντ(ά)ίζω-Αγκάθιον Άκη

Αγκάθι

αγκάθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάθι , ἀκάνθιν < αρχαία ελληνική ἀκάνθιον, υποκοριστικό του ἄκανθα[1] < Ακή, (λεπτή άκρη)

Συγγενικές λέξεις αγκαθάρα αγκάθα αγκαθάκι αγκαθένιος αγκαθερός αγκάθινος

• αγκαθωτός αγκαθώνω αγιάγκαθο αγκαθότοπος

6 Καφούρα

Καπυρός = καίω + πῦρ

< αρχ. καπυρός (= ξηρός, καμένος) < αρχ. καίω + πῦρ
(‘καπυρόν ον περιθραύεται’ Αριστ. Προβλ. 927a 24, ‘καπυρά τρώγων κάρυ’, αμυγδάλας’ Αθήν. Δειπν. 2, 38)

Ο εκπνέων καπνό καφτω=καιω, αποπνικτική ζέστη, καούρα

καυτός < αρχαία ελληνική καυστός

καυτερός < μεσαιωνική ελληνική καυτερός < καυτός + -ερός < αρχαία ελληνική καυστός

Επίθετο καυτός, -ή, -ό πάρα πολύ ζεστός καυτό νερό, καυτή σούπα ≈ συνώνυμα: ζεματιστός

Σχολιάστε

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.