Ο μηχανικός Γιάννης Καλαμπούκας βάζει την Σιάτιστα στον μελισσοκομική χάρτη – Επενδύει σε τυποποιητήριο για να αρχίσει εξαγωγές μελιού

2ergqegeqrgergreg

Την Σιάτιστα στο μελισσοκομικό χάρτη της Ελλάδας βάζει ο μηχανικός Γιάννης Καλαμπούκας με το «Σιάτιστας Νέκταρ», ενώ ήδη βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με επιχειρηματίες σε Αυστρία και Γερμανία σχεδιάζοντας να είναι ο πρώτος μελισσοκόμος από τον νομό Κοζάνης που θα βγει στην διεθνή αγορά, έναν νομό με 370 μέλη στον Μελισσοκομικό Σύλλογο αλλά μηδενικές εξαγωγές μελιού.

Η Σιάτιστα ήταν ευρύτερα γνωστή στην Ελλάδα κυρίως για την γουνοποιΐα αλλά και το λιαστό κρασί της, ποτέ μέχρι σήμερα για το μέλι της. Ωστόσο το μέλι είναι ένα προϊόν στο οποίο πιστεύει ο κ. Καλαμπούκας, πιστεύει στις ιδιότητες και την θρεπτική του αξία, όπως και στο οικονομικό όφελος που μπορεί η μελισσοκομία να εξασφαλίσει για όσους ασχοληθούν μαζί της συστηματικά και δεν την αντιμετωπίζουν σαν συμπληρωματική δραστηριότητα.

Μηχανικός περιβάλλοντος ο κ. Καλαμπούκας, ιδιοκτήτης της μελισσοκομικής μονάδας «Σιάτιστας Νέκταρ», άρχισε να ασχολείται με την μελισσοκομία μόλις το 2011, με τρία μελισσοσμήνη, για να φτάσει το 2016 να έχει 100 σμήνη μελισσών με προοπτική αύξησης στο προσεχές μέλλον.

Το επόμενο καθοριστικό βήμα που ετοιμάζεται να κάνει μέσα στο 2017, αυτό που θα του επιτρέψει τις πωλήσεις στο εξωτερικό, είναι η δημιουργία ενός τυποποιητηρίου στη Σιάτιστα, εντάσσοντας το project στο πρόγραμμα Leader.

«Η μελισσοκομία είναι επιστήμη, ο μελισσοκόμος πρέπει να έχει γνώσεις, αφοσίωση σε αυτή την δουλειά που είναι δύσκολη και απαιτητική. Στην Ελλάδα παράγεται εξαιρετικής ποιότητας μέλι, αλλά δυστυχώς οι Έλληνες είμαστε οι χειρότεροι πωλητές, ασταθείς στις προσπάθειές μας, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιείται η μεγάλη ζήτηση που υπάρχει για ελληνικό μέλι στην διεθνή αγορά και μάλιστα σε υψηλές τιμές. Είναι πολύ λίγα τα επιτυχημένα παραδείγματα εξαγωγών επώνυμου ελληνικού μελιού, λίγα αλλά σημαντικά¨.

1rgwrtgwregthretghrtΑξίζει να σημειωθεί ότι το ελληνικό μέλι, δυσεύρετο στο εξωτερικό, πωλείται τουλάχιστον προς 20-22 ευρώ το κιλό, ενώ οι Ρώσοι που έχουν μεγάλη προτίμηση για το μέλι καστανιάς, το οποίο παράγεται στην Ελλάδα αλλά και στο νομό Κοζάνης, το πληρώνουν τουλάχιστον 22 ευρώ/κιλό.

Ο κ. Καλαμπούκας, αποφάσισε να αξιοποιήσει την τοπική χλωρίδα της ευρύτερης περιοχής της Σιάτιστας, δημιουργώντας ένα σταθερό μελισσοκομείο.

Η χλωρίδα της περιοχής, όπως εξήγησε, είναι αυτοφυής ορεινή, με κυρίαρχες ανθοφορίες το φασκόμηλο (Salvia officinalis), το παλιούρι (Paliurus spina christi), το αγριοθύμαρο (Thymus serpyllum) κ.αλ.

Το κλίμα της περιοχής είναι ξηροθερμικό, που σε συνδυασμό με την εδαφολογική ποικιλία του τόπου (από τη μια πλευρά το ασβεστολιθικό υπόβαθρο της οροσειράς της Βέλλιας και από την άλλη το σερπεντινικό υπόβαθρο της οροσειράς του Βούρινου) και την μεγάλη ποικιλία αυτοφυούς βλάστησης, οδηγεί στην παραγωγή ενός ξεχωριστού αρωματικού μελιού.

Από την μελισσοκομία, την συστηματοποιημένη, ο παραγωγός μπορεί να έχει μία οικονομικά βιώσιμη δραστηριότητα εάν έχει περί τα 150 σμήνη μελισσών.

Είναι πολλά τα προϊόντα που μπορούν να αφήσουν καλό εισόδημα στον ιδιοκτήτη μίας μελισσοκομικής μονάδας, όπως τα απαρίθμησε ο κ. Καλαμπούκας. Το μέλι πωλείται από 3 έως 15 ευρώ το κιλό, ανάλογα με το πού και πώς διατίθεται . Η γύρη μεταξύ 60-70 ευρώ/κιλό. Ο βασιλικός πολτός 30-40 ευρώ/γραμμάριο, η πρόπολη 60-70 ευρώ/κιλό, η κηρήθρα 10-15 ευρώ/ 20 γραμμάρια, το δηλητήριο της μέλισσας που έχει την τοξίνη μελιττίνη με φαρμακευτικές ιδιότητες, πωλείται στις 3.000 ευρώ/κιλό.

«Αλλά στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στις ΗΠΑ, υπάρχουν και τα συμβόλαια επικονίασης που υπογράφουν μελισσοκόμοι και δενδροκαλλιεργητές, με τους πρώτους να εισπράττουν περί τα 150 δολάρια την κυψέλη. Εάν όμως η αμερικανική πρακτική είναι κάπως προχωρημένη, μπορούν οι ελληνικές μελισσοκομικές επιχειρήσεις να στραφούν παράλληλα και στον αγροτουρισμό», τόνισε ο κ. Καλαμπούκας.
Προοπτικές υπάρχουν στη μελισσοκομία, μια δραστηριότητα που μπορεί να δώσει απασχόληση και εισόδημα στους κατοίκους ημιορεινών και ορεινών περιοχών και η οποία μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη σε μία περίοδο που η οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας αρχίζει να διαφοροποιείται στο πλαίσιο και των νέων κατευθύνσεων της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ αλλά και των διεθνών δεσμεύσεων για το κλίμα.

Πηγή: voria.gr

Σχολιάστε