Τα εκπληκτικά «πολεμικά» σχέδια της Θάλειας Φλωρά – Καραβία από τη Σιάτιστα Κοζάνης – Δείτε φωτογραφίες

karaviawsfthwsrthrw

«Μακεδονία – Ήπειρος 1912-1913. Εντυπώσεις από τον πόλεμο – Σχέδια της Θάλειας Φλωρά – Καραβία από τη συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου»
Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (Μέγαρο  Μπίλλη, Πλ. Ιπποδρομίου)
Διάρκεια έως τις 11 Νοεμβρίου 201623
Τηλέφωνα 2310 264668, 2310 274167

Σχέδια της Θάλειας Φλωρά-Καραβία από τη συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης

Άρθρο από το thinkfree.gr

Των Δήμητρας Κουκίου – Ιφιγένειας Βογιατζή / Επιστημονικοί  Συνεργάτες Εθνικού Ιστορικού Μουσείου

Η Θάλεια Φλωρά-Καραβία υπήρξε από τις σημαντικότερες γυναίκες ζωγράφους του 20ού αιώνα. Με τεράστιο και ιδιαίτερα αξιόλογο ζωγραφικό έργο, πλούσια καλλιτεχνική και εκθεσιακή δραστηριότητα σε τέσσερις ηπείρους και ενεργή συμμετοχή σε κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, αποτελεί μια μοναδική προσωπικότητα στην ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής. Στον μακρύ πολυκύμαντο βίο της επέλεξε να ακολουθήσει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της παρεκκλίνοντας συχνά από την πεπατημένη της εποχής και επιτυγχάνοντας σπάνιες κοινωνικές κατακτήσεις.

Το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο του 1912 βρίσκει τη ζωγράφο Θάλεια Φλωρά-Καραβία στο Μόναχο. Αμέσως επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και αναλαμβάνει την αποστολή ανταποκρίσεων από το μέτωπο για την αλεξανδρινή Εφημερίδα της ομογένειας, την οποία εξέδιδε ο σύζυγός της. Ωστόσο αποφασίζει να ταξιδέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα της αφού, όπως σημειώνει η ίδια «Εκείνη τη στιγμή, η πολεμική δράση ήταν στη Μακεδονία, στην ιδιαίτερή μου πατρίδα· κάτι το συνταρακτικό μου έδωκε το σκούντημα να πάγω να ιδώ τον απελευθερωτικόν αυτόν αγώνα από κοντά· με τα μολύβια μου και τους χρωστήρες, με την υποχρέωση να γράφω στην Αλεξανδρινή “Εφημερίδα”, επέρασα από τας Αθήνας να εφοδιασθώ με τη σχετική υπουργική άδεια κ’ εξεκίνησα για τη Θεσσαλονίκη, που είχε γίνει πια Ελληνική».

thessaloniki-stratiotes

Η ζωγράφος φτάνει στη Θεσσαλονίκη στις 25 Νοεμβρίου του 1912, ένα μήνα μετά την απελευθέρωσή της. Η πόλη είχε μεταβληθεί σε κέντρο των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή καθώς συγκέντρωνε τις ελληνικές στρατιωτικές και διοικητικές αρχές. Φιλοξενείται στο σπίτι της οικογένειας του αρχιτέκτονα Αθανασίου Ζάχου και της συζύγου του Παγώνας. Επισκέπτεται όλη την πόλη, το λιμάνι, τις εκκλησίες, το Διοικητήριο, την έπαυλη Αλλατίνι, εκεί όπου εκρατείτο, σε κατ’ οίκον περιορισμό, ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ το διάστημα 1909-1912.

Με ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στις πόλεις και τα χωριά της δυτικής Μακεδονίας ταξιδεύοντας σε πρωτόγονες συνθήκες, με όποιο μέσο βρισκόταν, και καταγράφοντας συνεχώς τις εντυπώσεις της. Στη Βέροια, που φτάνει στις 30 Νοεμβρίου μετά από τρίωρο σιδηροδρομικό ταξίδι, φιλοξενείται στο σπίτι του «κυρ-Λάζου Θεμελή». Επισκέπτεται τους μαχαλάδες της ελληνικής και τουρκικής συνοικίας, το φρουραρχείο, το στρατιωτικό νοσοκομείο, οργανωμένο και επανδρωμένο από γνωστούς της αιγυπτιώτες  Έλληνες, και παρευρίσκεται στην επίσημη ανύψωση της ελληνικής σημαίας στο δημαρχείο.

Ταξιδεύει προς την Κοζάνη με άμαξα, με τη συνοδεία αποσπάσματος του Ιερού Λόχου των Κοζανιτών που επιστρέφουν στην πόλη τους. Εκεί φιλοξενείται από την οικογένεια του αρχηγού του Λόχου, δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη και γνωρίζει από κοντά τη Μητρόπολη, το Φρουραρχείο, το Διοικητήριο. Επόμενος σταθμός, η ιδιαίτερη πατρίδα της Σιάτιστα, όπου καταλύει στο σπίτι του συγγενή της γιατρού και δημάρχου της πόλης Μηνά Θεοδώρου, και κατόπιν ξανά στην Κοζάνη, απ’ όπου αναχωρεί για το Σόροβιτς (το σημερινό Αμύνταιο), τον πλησιέστερο σταθμό επί της σιδηροδρομικής γραμμής. Ταξιδεύει με μεταφορικό όχημα αναπολώντας τις φονικές μάχες που έχουν αφήσει έντονα ίχνη στους «αιματοβαμμένους αγρούς» που διασχίζει, περνώντας και από το καμμένο χωριό Καϊλάρια (γνωστό ως Πτολεμαΐδα). Στο Σόροβιτς, καμμένο από τους Τούρκους πριν το εγκαταλείψουν, φιλοξενείται πρόχειρα από τον Φρούραρχο στο σιδηροδρομικό σταθμό.

thessalonikidromos

Από εκεί, μετά από δίωρο ταξίδι, περνώντας από την καμμένη Μπάνιτσα (Βεύη), φτάνει στη Φλώρινα. Εφοδιασμένη με διαβατήριο περνά στο σερβοκρατούμενο Μοναστήρι, όπου φιλοξενείται από την οικογένεια Χρυσού. Εκεί συμμερίζεται την αγωνία της πολυπληθούς και ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας για το αν η πόλη θα παραμείνει στα χέρια των Σέρβων που την κατέλαβαν ή αν θα περάσει στην ελληνική διοίκηση. Συναντά τούρκους πρόσφυγες και χανούμισσες που αναχωρούν για Κωνσταντινούπολη. Ταξιδεύοντας σιδηροδρομικώς περνά από τη λίμνη του Οστρόβου, το ομώνυμο χωριό (σημ. Άρνισσα) και το Βλάντοβο (σημ. Άγρας) και φτάνει στην Έδεσσα (Βοδενά), όπου φιλοξενείται στο σπίτι του ζεύγους δασκάλων Φράγκου.

Στα μέσα Δεκεμβρίου επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Παρευρίσκεται στην τελετή επιδόσεως των σημαιών στα τρία συντάγματα της 6ης Μεραρχίας, ζωγραφίζει τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, επισκέπτεται το πολύβουο ταχυδρομείο που ενώνει τις νέες ελληνικές επικράτειες με την πρωτεύουσα, το ναό του Αγ. Δημητρίου, πρώην Καρσιμιέ τζαμί, και τη «σκηνούπολη», τον συνοικισμό έξω από την πόλη όπου ζουν Τούρκοι πρόσφυγες διωγμένοι από τα χωριά τους που κατέλαβαν οι Βούλγαροι.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1913 εξασφαλίζει θέση στη βασιλική θαλαμηγό Αμφιτρίτη και αναχωρεί για το μέτωπο της Ηπείρου, όπου ο πόλεμος συνεχίζεται. Είναι παρούσα τη στιγμή που φτάνει το τηλεγράφημα για τη νικηφόρα ναυμαχία της Λήμνου. Στις 6 του μηνός η Αμφιτρίτη αναχωρεί από Θεσσαλονίκη και τρεις μέρες αργότερα φτάνει στη Λευκάδα. Η ζωγράφος παρευρίσκεται στη θριαμβευτική επίσημη υποδοχή του Διαδόχου και των ελλήνων επισήμων στην Πρέβεζα. Κατόπιν φτάνει οδικώς στη Φιλιππιάδα, κομβικό στρατιωτικό σημείο στο ηπειρωτικό μέτωπο, όπου η πολεμική κίνηση είναι έντονη και με κόπο εξασφαλίζεται πρόχειρο κατάλυμα. Επισκέπτεται το στρατιωτικό νοσοκομείο, το στρατόπεδο, νιώθει έντονη την πολεμική ατμόσφαιρα γύρω της, τόσο κοντά στη γραμμή του πυρός, και αδημονεί για την άδεια να φτάσει ως την Κανέτα, το υψηλότερο σημείο του δρόμου Άρτας-Ιωαννίνων, «όπου ούτε δημοσιογράφος, ούτε άλλος πολίτης επιτρέπεται να πατήση και μόνον εις την Τέχνην δίδονται τόσο ιερά προνόμια».

loxagos-k-mazarakis

Στις 18 Ιανουαρίου βρίσκεται στο στρατόπεδο του Εμίν Αγά, όπου έχει εγκατασταθεί το  αρχηγείο του ελληνικού στρατού κατά τις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Ζει από κοντά τη ζωή του στρατοπέδου έχοντας καταλύσει σε σκηνή, παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στα στρατιωτικά νοσοκομεία και στα πυροβολεία. Περνά όλο το διάστημα μέχρι την κατάληψη της πόλης μεταξύ Πρέβεζας, Φιλιππιάδας και Εμίν Αγά περιμένοντας την τελική επίθεση. Με την είδηση ότι έπεσαν τα Ιωάννινα, μπαίνει στην πόλη κατά τη θριαμβευτική είσοδο του Διαδόχου Κωνσταντίνου και συμμετέχει στους επίσημους εορτασμούς. Περιγράφει τον ενθουσιασμό των κατοίκων χωρίς να παραλείψει να αποτυπώσει με ευαισθησία τους αιχμαλώτους, τους πρόσφυγες, τους αστέγους. Επισκέπτεται το οχυρό στο Μπιζάνι, την πόλη των Ιωαννίνων και φτάνει ως το σπίτι του τούρκου στρατιωτικού διοικητή Εσάτ Πασά μέσα στο φρούριο. Γνωρίζει από κοντά τον ίδιο και το επιτελείο που παρέδωσε τα Ιωάννινα στην ελληνική διοίκηση. Στις 7 Μαρτίου συγκλονίζεται από την ξαφνική είδηση της δολοφονίας του βασιλέα Γεωργίου Α΄. Λίγες μέρες αργότερα το οδοιπορικό της στην Ήπειρο τελειώνει. Συνολικά η παραμονή της στη Μακεδονία και την Ήπειρο κράτησε γύρω στους τέσσερεις μήνες.

Σε όλο αυτό το διάστημα, όπως γράφει η ίδια, «σημείωνα με λόγια και εικόνες της Εντυπώσεις μου, όθε περνούσα, βιαστικά, αρπαχτά, κατ’ ανάγκην απεριποίητα». Η ταχύτητα και ο αυθορμητισμός με τον οποίο αναγκαστικά εργάζεται προσδίδουν στα έργα της μια χαρακτηριστική αμεσότητα. Τα θέματά της, δε σχετίζονται με τις ίδιες τις μάχες, αφού η ζωγράφος δε θα μπορούσε να είναι παρούσα σε αυτές, παρά περιορίζονται σ’ αυτά που άφησε πίσω ο πόλεμος. Αποτυπώνει τα νέα ελληνικά εδάφη, τοπία από τις μακρινές και κοπιαστικές διαδρομές που κάνει, όψεις των πόλεων που επισκέπτεται, παλιά σπίτια, συνοικίες και γειτονιές, δρόμους, εκκλησίες, τζαμιά αλλά και σκηνές από την καθημερινότητα των ανθρώπων που συναντά, κατοίκων και προσφύγων. Ζωγραφίζει σκηνές από τη ζωή των στρατιωτών στα μετόπισθεν, το κοινό φαγητό, το μαγείρεμα, την ενασχόληση με την γραφική εργασία ή την αλληλογραφία, την ανάπαυλα ή την πορεία, ενώ ιδιαίτερη θέση έχουν οι σκηνές από τα νοσοκομεία του πολέμου.

Μια μεγάλη ομάδα έργων αποτελούν οι προσωπογραφίες των ανθρώπων που συναντά, επωνύμων και μη. Μέλη της βασιλικής οικογένειας, οι γιατροί και οι κυρίες από την Ελλάδα και την ομογένεια που στελεχώνουν τα στρατιωτικά νοσοκομεία, παράγοντες της ελληνικής διοίκησης στις νεοαποκτηθείσες πόλεις, ιερείς, στρατιωτικοί, οπλαρχηγοί και αντάρτες, Κρητικοί χωροφύλακες, εύζωνες, μέλη των οικογενειών που τη φιλοξενούν, πρόσφυγες, απαθανατίζονται με τα μολύβια της.

Τα έργα της Θάλειας Φλωρά-Καραβία από τους Βαλκανικούς Πολέμους αποτελούν μοναδικά ντοκουμέντα αποτυπωμένα τη στιγμή που γραφόταν η ιστορία, υπό απίστευτα αντίξοες συνθήκες, από μια παρατηρητική και ευαίσθητη αυτόπτη μάρτυρα, που αψήφησε κάθε δυσκολία και προκατάληψη. Ο συνδυασμός των παραπάνω δίνει και το μέτρο της αξίας των έργων που παρουσιάζονται στην έκθεση αυτή.

Η Θάλεια Φλωρά – Καραβία (1871 – 1960) από τη Σιάτιστα της Μακεδονίας τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων ήταν μια ήδη καταξιωμένη ζωγράφος εγκατεστημένη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με σπουδές στο Μόναχο και πλούσια καλλιτεχνική και εκθεσιακή δραστηριότητα.

Με το ξέσπασμα του πολέμου το 1912 η καλλιτέχνης έσπευσε αμέσως στο μέτωπο με σκοπό την αποστολή ανταποκρίσεων για την αλεξανδρινή Εφημερίδα της ομογένειας, την οποία εξέδιδε ο σύζυγός της Νικόλαος Καραβίας. Με ορμητήριο την Θεσσαλονίκη πραγματοποίησε ένα πολύμηνο οδοιπορικό στις πόλεις και τα χωριά της δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου ακολουθώντας τον ελληνικό στρατό, καταγράφοντας συνεχώς τις εντυπώσεις της.

Στα έργα της, καμωμένα με μολύβι, κραγιόνια, κάρβουνο, παστέλ, άλλα απλά σκίτσα και άλλα περισσότερο δουλεμένα, αποτύπωσε τα νέα ελληνικά εδάφη, τοπία, όψεις των πόλεων που επισκεπτόταν, σκηνές από την καθημερινότητα των ανθρώπων που συναντούσε, κατοίκων και προσφύγων, αλλά και σκηνές από τη καθημερινή ζωή των στρατιωτών, ενώ ιδιαίτερη θέση έχουν οι σκηνές από τα νοσοκομεία του πολέμου.

Μια μεγάλη ομάδα έργων αποτελούν οι προσωπογραφίες επωνύμων και ανωνύμων (μέλη της βασιλικής οικογένειας, παράγοντες της ελληνικής διοίκησης, γιατροί, ιερείς, στρατιωτικοί, οπλαρχηγοί, αντάρτες, πρόσφυγες κ.ά.) οι οποίοι απαθανατίζονται από τη ζωγράφο με ταχύτητα και αυθορμητισμό, γεγονός που τους προσδίδει μια χαρακτηριστική αμεσότητα.

Πρόκειται για μοναδικά ντοκουμέντα αποτυπωμένα τη στιγμή που γραφόταν η ιστορία υπό απίστευτα αντίξοες συνθήκες από μια παρατηρητική και ευαίσθητη αυτόπτη μάρτυρα. Σημαντικός αριθμός από αυτά φυλάσσονται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πηγή: thinkfree.gr

Σχολιάστε