Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο οικογενειάρχη, φιλήσυχo να φτάσει σε ένα τόσο απεχθές έγκλημα;

Μετά την εξιχνίαση του στυγερού εγκλήματος στο Βελβεντό στο μυαλό όλων μας υπάρχει ένα ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο οικογενειάρχη, που ζει σε μια φιλήσυχη κοινωνία ο οποίος δεν έχει δώσει κανένα δικαίωμα μέχρι σήμερα να φτάσει σε ένα τόσο απεχθές έγκλημα. Να σκοτώσει με τα χέρια του τη γυναίκα του με την οποία απέκτησε τρία παιδιά ;

Για την απάντηση του παραπάνω ερωτήματος απευθυνθήκαμε στο Δικηγόρο  κ. Κλεάνθη Πατσίκα ο οποίος έχει μεταπτυχιακές σπουδές στην εγκληματολογία.

Από το ai-vreS:

patsikas_makisΌπως ακριβώς αναφέρατε το ανωτέρω έγκλημα συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και μονοπώλησε τις τελευταίες μέρες το ενδιαφέρον όχι μόνο των κατοίκων του Δήμου μας, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδος. Θεωρώ ορθό να μην αναφερθούμε περαιτέρω στην συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς είναι ένα ευαίσθητο θέμα για την περιοχή μας αυτό το διάστημα λόγω εντοπιότητας και προσωπικών σχέσεων σε μια μικρή κοινωνία, αλλά και κυρίως επειδή η υπόθεση δεν έχει εκδικαστεί ακόμη οπότε θα ήταν λάθος να βγάζουμε αυθαίρετα συμπεράσματα και να δημιουργούμε λανθασμένες εντυπώσεις. Μπορούμε φυσικά όμως να αναλύσουμε την ερώτηση σας χωρίς να αναφερθούμε επί προσωπικού σε κάποια συγκεκριμένη υπόθεση, γιατί όπως και εσείς αναφέρατε είναι απόλυτα λογικό να υπάρχει στο μυαλό όλων το πώς μπορεί κάποιος φιλήσυχος άνθρωπος με καθαρό ποινικό μητρώο να διαπράξει ένα έγκλημα και συγκεκριμένα να αφαιρέσει τη ζωή ενός δικού του ανθρώπου.

Το πώς λοιπόν κάποιος γίνεται εγκληματίας είναι το πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα της εγκληματολογίας από τις απαρχές της επιστήμης έως και σήμερα. Τα βασικά ερωτήματα που προβλημάτισαν τους πρώτους εγκληματολόγους ήταν α) αν κάποιος γεννιέται εγκληματίας ή αν γίνεται στην πορεία και β) αν κάποιος επιλέγει μέσω ελεύθερης βούλησης να γίνει εγκληματίας ή αν αναγκάζεται λόγω περιστάσεων, συνθηκών, κοινωνικών μεταβολών κλπ. Παρά την ραγδαία εξέλιξη της επιστήμης και των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούνται σε αυτή, δεν υπάρχει έως και σήμερα μια απλή και κατηγορηματική απάντηση  στα ανωτέρω ερωτήματα.

Ο κύριος λόγος είναι ότι όλα τα εγκλήματα δεν είναι ίδια και για την απάντηση στο «γιατί» κάποιος φτάνει στο σημείο να τελέσει ένα έγκλημα πολλές φορές απαιτείται συνδυασμός των ανωτέρω περιπτώσεων. Μπορούμε να διαχωρίσουμε τα εγκλήματα σε τέσσερις βασικές κατηγορίες και  σε πολλές άλλες υποκατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία θα περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο τα εγκλήματα που τελούνται από τους λεγόμενους «γεννημένους εγκληματίες», δηλαδή ανθρώπους που η ψυχοσύνθεση τους είναι τέτοια ώστε δεν τους επιτρέπει να ελέγξουν τα πρωτόγονα ένστικτα τους και τους οδηγεί στη βία και σε κάθε είδους έγκλημα.

Η δεύτερη κατηγορία θα περιλαμβάνει τα εγκλήματα που γίνονται από ανάγκη, να το πούμε απλά, όταν δηλαδή κάποιος βρίσκεται σε κίνδυνο ή σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και επιλέγει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να καταφύγει στο έγκλημα καθώς το βλέπει ως μόνο δρόμο επιβίωσης και σωτηρίας του εαυτού του.

Η τρίτη  κατηγορία θα περιλαμβάνει το οργανωμένο έγκλημα (τρομοκρατικές οργανώσεις, ληστείες, διακίνηση ναρκωτικών κλπ) και στην τέταρτη κατηγορία με την οποία θα ασχοληθούμε για να απαντήσουμε στο ερώτημα μας θα βρίσκονται τα εγκλήματα πάθους.

Ακούμε κατά καιρούς στα Μ.Μ.Ε. τον όρο «έγκλημα πάθους». Ακούμε και διαβάζουμε ειδήσεις για ανθρώπους ψυχικά υγιείς, με λευκό ποινικό μητρώο, εργατικούς, κοινωνικούς, φιλικούς, με λίγα λόγια «άτομα υπεράνω πάσης υποψίας» να τελούν το έγκλημα της  ανθρωποκτονίας, πολλές φορές μάλιστα με βάναυσο τρόπο και με θύματα τον/την σύζυγο τους ή κάποιο άτομο με το οποίο είχαν ερωτική σχέση.

Τα εγκλήματα πάθους αφορούν τα εγκλήματα που πηγάζουν από δύο κύριους παράγοντες: ζήλεια και εκδίκηση. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τα εγκλήματα πάθους φτάνουν κοντά στο 20% των συνολικών υποθέσεων ανθρωποκτονιών. Επίσης στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι στα εγκλήματα πάθους οι άνδρες συνήθως γίνονται βίαιοι κατά την τέλεση τους ενώ οι γυναίκες συνήθως καταφεύγουν σε έμμεσους τρόπους (πχ δηλητήριο) ή σε βοήθεια τρίτων.

Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων πάθους,  η ζήλεια, η αίσθηση της απόρριψης και της εκδίκησης είναι οι παράγοντες που «οπλίζουν το χέρι» ενός κατά τα άλλα φιλήσυχου και νομοταγούς πολίτη. Όταν βιώνει κάποιος σε πολύ μεγάλο βαθμό το συναίσθημα της ζήλειας ή την αίσθηση της απόρριψης δημιουργείται στο μυαλό του ένα εσωτερικός πόλεμος. Τα συναισθήματα του δράστη τον οδηγούν στο να θέλει να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο αντικείμενο του πόθου του. Όταν όμως αρχίσει να νιώθει ότι δεν μπορεί πλέον να το καταφέρει αυτό γεννιέται στο μυαλό του η ιδέα της βίας και γενικότερα του εγκλήματος.

Το έγκλημα μπορεί να αφορά σε σωματική βία, σε απαγωγή ή σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και σε ανθρωποκτονία. Επίσης η ιδέα του εγκλήματος,  αλλά και η τέλεση αυτού μπορεί να πραγματοποιηθούν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, οπότε και μιλάμε για εγκλήματα πάθους «εν βρασμώ ψυχής» ή μπορεί να υπάρχει μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην γέννηση της ιδέας και στην τέλεση του εγκλήματος κατά το οποίο διάστημα να πραγματοποιούνται και ενέργειες προετοιμασίας του  εγκλήματος από τον δράστη, οπότε και μιλάμε για «προμελετημένο έγκλημα»

Όμως θα αναρωτηθούμε, όλοι οι άνθρωποι δεν ζηλεύουν; Όλοι δεν αισθάνονται θυμό όταν βιώνουν την απόρριψη από κάποιον ερωτικό σύντροφο; Γιατί δεν φτάνουν όλοι στο έγκλημα όταν βιώσουν ένα από τα ανωτέρω συναισθήματα; Στο σημείο αυτό για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε μια απάντηση που να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια μπορούμε να ανατρέξουμε σε όσα ανέφερα στην πρώτη παράγραφο και να συνδυάσουμε τις περιπτώσεις. Όπως είπα και πριν, όταν βιώνει κάποιος σε πολύ μεγάλο βαθμό το συναίσθημα της ζήλειας ή την αίσθηση της απόρριψης δημιουργείται στο μυαλό του ένα εσωτερικός πόλεμος.

Με πολύ απλά λόγια μπορούμε να πούμε ότι στην προσωπικότητα όλων των ανθρώπων υπάρχει το «πρωτόγονο» κομμάτι που ανάμεσα σε άλλα ένστικτα εμπεριέχει και την επιθετικότητα και το «πολιτισμένο»  που εμπεριέχει όλα όσα έχουμε διδαχθεί στο περιβάλλον και στην έννομη κοινωνία που μεγαλώνουμε. Το πάθος, η ζήλεια, η αίσθηση της αδικίας και η δίψα για εκδίκηση είναι συναισθήματα που θέτουν σε κίνηση το «πρωτόγονο» κομμάτι της ψυχοσύνθεσης ενός ανθρώπου και επομένως ξεκινά ένας εσωτερικός πόλεμος με το άλλο κομμάτι του εαυτού μας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ξεκινά να λειτουργεί ανασταλτικά, ώστε να κατευνάσει την επιθετικότητα μας.

Όμως όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι.. Στοιχεία όπως το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε, κοινωνικοί παράγοντες, αλλά και βιολογικοί όπως η κληρονομικότητα, τα γονίδια, οι εγκεφαλικές βλάβες κλπ διαμορφώνουν διαφορετικές προσωπικότητες και κατά συνέπεια διαφορετικούς ανθρώπους. Επίσης έρευνες δείχνουν ότι οι πιθανότητες εμπλοκής σε έγκλημα πάθους μειώνονται όσο ανεβαίνουμε σε μορφωτική και πολιτιστική κλίμακα, αλλά σε κανένα επίπεδο της κλίμακας ούτε καν  στο υψηλότερο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα διάπραξης ενός εγκλήματος πάθους.

Αυτός λοιπόν είναι κατά βάση ένας κύριος λόγος που δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιδράσεις σε συνθήκες όπου βιώνουν έντονη ζήλεια, μίσος, εκδικητικότητα κλπ. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει καμία μέθοδος που να μπορεί να προβλέψει το πώς θα ενεργήσει ο κάθε άνθρωπος όταν θα βρεθεί σε μια συγκεκριμένη έντονη ψυχολογική κατάσταση. Η μελέτη των εγκλημάτων πάθους θεωρείται η δυσκολότερη και η πιο πολύπλοκη καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις ούτε ο ίδιος ο θύτης δεν μπορεί να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν να πάρει μια τέτοια απόφαση.

Τα εγκλήματα πάθους θεωρούνται τα πιο κλασικά εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας για το λόγο ότι γίνονταν, γίνονται και θα γίνονται πάντα χωρίς να επηρεάζονται ιδιαίτερα από κοινωνικές ή οικονομικές μεταβολές. Θα μπορούσε τελικά ο οποιοσδήποτε άνθρωπος να προβεί σε ένα έγκλημα πάθους κάτω από συνθήκες έντονης ζήλειας και εκδικητικότητας ή μόνο μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων; Το ερώτημα αυτό δεν δύναται να απαντηθεί τεκμηριωμένα και με αποδείξεις παρά μόνο με πιθανολόγηση. Θα κλείσω λοιπόν με τη φράση του σπουδαίου εγκληματολόγου Etienne de Greef(1898-1961) : “ Η εμπειρία μας διδάσκει ότι  οι αυτοκτονίες και οι ανθρωποκτονίες από έρωτα δεν εξαρτώνται καθόλου από την ένταση της αγάπης, ούτε από την ποιότητα του πάθους, αλλά αποκλειστικά από σοβαρές ανεπάρκειες της προσωπικότητας του δράστη“.

Πατσίκας Α. Κλεάνθης
Δικηγόρος-Εγκληματολόγος
Forensics,Criminology & Law Master

Κοινοποιήστε
Share on Facebook0Tweet about this on TwitterShare on Google+1Email this to someonePrint this page

Σχολιάστε