H Πίτα της Πρωτοχρονιάς στην Κοζάνη – Της Ματίνας Τσικριτζή Μόμτσιου

920857_10208188346733976_1035894884288702206_o

Το έθιμο της κοπής της βασιλόπιτας είναι απόγονος πανάρχαιων εθίμων τα οποία συγχωνεύτηκαν και προσαρμόστηκαν στις επιταγές της χριστιανικής παράδοσης. Το τυχερό νόμισμα υπήρξε μετεξέλιξη αναλόγων συνηθειών στα ελληνικά Κρόνια και τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι το έθιμο ήταν ήδη από τους Ρωμαϊκούς χρόνους γνωστό στην Ελλάδα, εντοπισμένο κυρίως στη Δυτική Μακεδονία, κι από κει ταξίδεψε προς την Ευρώπη περνώντας ιδιαίτερα από τη Βοσνία.

Όσο για την πίτα, αυτή φαίνεται ότι αποτελεί συνδυασμό δύο επίσης αρχαίων εθίμων των οποίων ο πυρήνας συνδέονταν με την τελετουργική παράθεση και στη συνέχεια κατανάλωση άρτων κυρίως και «πλακούντων» (πιτών). Πρόκειται κατά πρώτον για τον «εορταστικό άρτο», που σε μεγάλες αγροτικές γιορτές οι πρόγονοί μας πρόσφεραν σαν απαρχή στους θεούς, κυρίως στη Δήμητρα και στον Απόλλωνα, για να εξασφαλίσουν με μαγικό και λατρευτικό τρόπο υγεία, δύναμη και ευετηρία. Και κατά δεύτερον για τις εξευμενιστικές «μειλίχιες προσφορές» από μέλι και άλλα ηδύσματα στους δαίμονες και τους θεούς του Άδη. Παραλλαγή του τελευταίου αποτελούν και οι γλυκές προσφορές στους νεκρούς, κυρίως σε πλακούντες και μελίπηκτα (γλυκά με μέλι), που τα πήγαιναν στους τάφους ή τα χρησιμοποιούσαν στα νεκρόδειπνα. Τα εδέσματα αυτά είχαν σαν σκοπό την ομοιοπαθητική πορεία προς το ηδύ αλλά και τον εκβιασμό της Τύχης να είναι γλυκιά και ευχάριστη

Είναι λοιπόν τουλάχιστον περίεργο το γεγονός ότι, αντίθετα με τις περισσότερες περιοχές της χώρας μας, στην Κοζάνη δε συνήθιζαν να κόβουν γλυκιά βασιλόπιτα πάνω στο γύρισμα του χρόνου, τουλάχιστον μέχρι τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Αν υπήρχε σε παλαιότερες κοινωνικές ομάδες που έζησαν στην περιοχή και σταδιακά ατόνησε δεν είμαι σε θέση να ξέρω. Η ανάγκη όμως του λαϊκού ανθρώπου να μαντέψει ποιο μέλος της οικογένειας θα ήταν ο τυχερός ή η τυχερή της χρονιάς δεν έμενε ανικανοποίητη. Η αγιοβασιλιάτικη πίτα με τον «παρά» ήταν το βασικό φαγητό της πρώτης μέρας της νέας χρονιάς. Στα περισσότερα σπίτια την έφκιαναν με κιμά, κομμένο στο ξύλο με το τσεκούρι όπως και τα γιαπράκια – ένα φαγητό πλούσιο και χορταστικό, ό,τι χρειαζόταν για να αρχίσει πλουσιοπάροχα η καινούργια χρονιά, και με μαγικό και ομοιοπαθητικό τρόπο να εξασφαλιστεί μπόλικο και καλό φαγητό όλο το χρόνο.

Μαζευόταν λοιπόν όλη η οικογένεια γύρω από το τραπέζι τ’ Αϊ-Βασιλιού το μεσημέρι, και αφού έτρωγαν βιαστικά λίγη κοτόσουπα για πρόφταση, έκοβαν την πίτα. Με χαρακτηριστική ιεροπρέπεια και αγνοώντας την ανυπομονησία των παιδιών, ο μεγαλύτερος άντρας της οικογένειας, πατέρας ή παππούς, έφερνε τρεις γύρους το «σνι», στη συνέχεια έκοβε την πίτα στα τέσσερα σχηματίζοντας έτσι ένα σταυρό, και κατόπιν χώριζε από ένα φιλί για τον καθένα με καθορισμένη σειρά: πρώτα για το Χριστό ή τον Αϊ-Βασίλη, σαφής απήχηση του πανάρχαιου αναθηματικού της ρόλου, ύστερα για το «βιο», επίκληση για ευετηρία και ευγονία, και τέλος ένα για κάθε μέλος της οικογένειας με αυστηρή τήρηση της ηλικιακής ιεραρχίας: πρώτα οι παππούδες, μετά οι υπόλοιποι ενήλικες και τέλος τα παιδιά. Δεν παρέλειπαν βέβαια να βγάλουν κομμάτι και για τους ταξιδιώτες ή τους ξενιτεμένους, η απουσία των οποίων ήταν περισσότερο αισθητή αυτές τις χρονιάρες μέρες.

Το έθιμο ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στους μικρότερους ένοικους του σπιτιού, οι οποίοι μόλις συνέρχονταν λίγο από το ξεπάγιασμα στα Σούρβα δε σταματούσαν να ρωτούν «πότε θα κόψουμε την πίτα;» Οι προσδοκίες πολλές, και η τύχη σκληρή σε όλους πλην ενός. Γι’ αυτό δεν ήταν λίγες οι φορές που οι μάνες έχωναν έναν ή και παραπάνω ψευτο-παράδες επί τόπου στα κομμάτια των άτυχων, γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν στα μάτια τους την απογοήτευση να διαδέχεται τη χαρά της προσμονής. Χώρια τα κλάματα και τα ποδαρίσματα…

Ακολουθούσαν ευχές και φαγοπότι. Στις μεγάλες οικογένειες όπου τα κομμάτια ήταν αναγκαστικά πολύ μικρότερα από το κανονικό, συνήθιζαν να τρώνε πρώτα τη γέμιση με ψωμί για να φτουράει, στη συνέχεια τα φύλλα και τελευταίο τον «κόθαρο» (την άκρη), το πιο περιζήτητο κομμάτι .Μετά το τέλος του γεύματος η οικοδέσποινα «εξαγόραζε» τον παρά από τον τυχερό της ημέρας, για να τον ξαναφυλάξει ως την επόμενη χρονιά στα εικονίσματα ή σε κάποιο άλλο σίγουρο μέρος. Βλέπετε ο παράς δεν ήταν ένα συνηθισμένο νόμισμα. Έπρεπε να είναι χρυσό ή ασημένιο να έχει δηλαδή στιλπνό και λαμπερό χρώμα, που είναι αντιβασκάνιο. Γι’ αυτό και στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν κανένα χρυσό φλουρί ή κανένα ασημένιο τούρκικο κέρμα, που αποτελούσε παλιό οικογενειακό κειμήλιο και έπρεπε φυσικά να ξαναμπεί στη θέση του.

Η σημερινή πρωτοχρονιάτικη εικόνα με την οικογένεια γύρω από την Αγιοβασιλιάτικη πίτα δεν έχει αλλάξει πολύ, εξωτερικά τουλάχιστον. Αυτό που κυρίως λείπει είναι η λαχτάρα για το καλό φαγητό μιας ξεχωριστής ημέρας. Τη θέση της έχει πάρει η νύστα και η βαρυστομαχιά κυρίως των μεγάλων που, έχοντας γυρίσει τις πρωινές ώρες από τα κέντρα και τα ρεβεγιόν, δε βλέπουν την ώρα να παν να «μισμιριάσν»…

Το κείμενο της κας. Ματίνας Τσικριτζή Μόμτσιου το εντοπίσαμε στην ομάδα του Facebook Κοζάνη Μνήμες αναμνήσεις και εικόνες

Ένα σχόλιο στο άρθρο “H Πίτα της Πρωτοχρονιάς στην Κοζάνη – Της Ματίνας Τσικριτζή Μόμτσιου

Σχολιάστε