Γιώργος Ραπτόπουλος από τα Σέρβια Κοζάνης: Η θαυμαστή πορεία μιας εμβληματικής προσωπικότητας των ελληνικών αγώνων αυτοκινήτου

raptopoulos_4565637245667

Ο Γιώργος Ραπτόπουλος, εμβληματική μορφή των μεταπολεμικών αγώνων αυτοκινήτου, ξεψύχισε την πρώτη πρωινή της Κυριακής 18 Οκτωβρίου. Ήταν 85 χρονών. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, έζησε τόσα και τέτοια που ελάχιστοι της γενιάς του έζησαν.

Ο Γιώργος ήταν μια γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα, στο αυτοκίνητο, στους αγώνες που χάθηκαν και σε αυτό το άνοστο συνονθύλευμα που διαδέχτηκε όλα τα προηγούμενα, αυτό τον πολτό κυριαρχεί στις μέρες μας.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΝΙΚΟΛΑΣ Σ. ΖΑΛΜΑΣ, ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΕΝΙΟΣ ΚΑΤΗΣ, ΦΩΤΟ: Ν.Σ.Ζ., Γ.ΚΟΥΤΟΣ, Φ.Φ./Γ.Κ

Δεν έχω τη δυνατότητα να γράψω «αντικειμενικά» για τον Γιώργο, διότι ανήκει την μικρή χωρία των ανθρώπων που σεβόμουν, που πονούσα, που καταλάβαινα. Από τότε που ήταν αντίπαλoς στους αγώνες με τον πατέρα μου και πολύ περισσότερο από τότε έχασα τον Σταύρο, διότι προφανώς αυτή η απώλεια μας έφερε τόσο κοντά ώστε να λέμε λίγα και να καταλαβαίνουμε πολλά.

Τον Γιώργο τον είχα πολύ ψηλά στην εκτίμηση μου, διότι πίστευα και πιστεύω ότι αντιπρόσωπευε μια καθαρή, μια θαρραλέα άποψη για τη ζωή. Μια γνησιότητα. Μεγέθη όλα δυσεύρετα στον καιρό μας.

Δεν είχα την τύχη ατόμων της σειράς μου, όπως του Νίκου Παπασταθόπουλου που έκατσε δεξιά του και ανδραγάθησαν μαζί, αλλά μπορώ να υπερηφανευτώ ότι παίξαμε μαζί τον Μάη του ’14 στην Μακρυράχη, και το σπουδαιότερο, ότι διαχρονικά δώσαμε πολύ χρόνο για να συζητήσουμε, να επικοινωνήσουμε.

Μικρό απότοκο αυτής της διαχρονικής επικοινωνίας η συνέντευξη που δημοσιεύτηκε το θέρος του 2014 στο Car and Driver. Την αναρτώ διότι αντικατοπτρίζει τον άνθρωπο, τις ιδέες του, τα πιστέυω του και τη ζωή του. Είναι μια αντανάκλαση λαμπρών εκπροσώπων μιας γενιάς που σβήνει.

Ναι! Ο Γιώργος Ραπτόπουλος, από τα Σέρβια της Κοζάνης, Μακεδόνας γνήσιος ήταν ψυχή αδάμαστη. Μια σημαία. Για όσους τέλος πάντων πιστεύουν ανιδιοτελώς σε αυτές.

Ακολουθεί η συνέντευξη

newego_LARGE_t_77761_2957927645778878Είχα, έχω, έναν τεράστιο σεβασμό για τον Γιώργο Ραπτόπουλο. Δημιουργήθηκε στην παιδική μου ηλικία, οικοδομήθηκε στη νεότητα και σταθεροποιήθηκε σε όλα τα υπόλοιπα χρόνια. Κάτι που κρατάει τόσο πολύ, είναι εξίσου πολύ δύσκολο να είναι λάθος.

Ο Γιώργος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ανήκει στην ολίγιστη αυτή κατηγορία ανθρώπων που ξεκίνησαν από χαμήλα και με όπλα το θάρρος, την εργατικότητα και ένα σπάνιο πείσμα διακρίθηκαν σε διάφορους τομείς, χωρίς να κάνουν καμιά έκπτωση στο κεφάλαιο αξιοπρέπεια. Έχει αρκετούς λόγους του να αισθάνεται αδικημένος, σωστή ή λάθος άποψη δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να την κρίνω, μπορώ όμως να καταθέσω, με αυτά που γνωρίζω και καταλαβαίνω, ότι παρέμεινε έντιμος, ακέραιος και ασυμβίβαστος. Πράγμα σπουδαίο. Σπουδαιότερο από περιουσίες και εξουσίες.

Συχνά προτάσσει την Μακεδονίτικη καταγωγή του ως εχέγγυο τιμιότητας και λεβεντιάς. Δεν έκρυψε, δεν κρύβει την αγωνιστική, τουλάχιστον, αντιπαλότητα ανάμεσα σε Βορρά και Νότο. Στη δική μου συνείδηση έχει, αποδεδειγμένα, καταχωρηθεί ως ο πρώτος Έλληνας πρωταθλητής με ταπεινή καταγωγή.

Αν δεν υπήρχε ο Μπάμπης Διαμαντόπουλος του «Βολάν» να πείσει τον Μιχάλη Φωστηρόπουλο της «Βιαμάξ» να εμπιστευθεί αγωνιστικό αυτοκίνητο στο Γιώργο, το άστρο του ίσως να μην είχε ανατείλει. Η πορεία του δεν ήταν ούτε εύκολη, ούτε ακίνδυνη, ούτε ήσυχη.

Στιγματίσθηκε ευθύς εκ πρώτης στιγμής με μια σχέση, μάλλον δικαιολογημένης, εχθρότητας με τον Κώστα Νικολόπουλο. Δεν ήταν παρά η σύγκρουση ανάμεσα στο νεανικό και το ώριμο, τον καταξιωμένο και τον αναδυομένο, την νεότερη και την παλιότερη γενιά και φυσικά δεν απουσίαζαν τα τοπικά ή ακόμα περισσότερο τα ταξικά κριτήρια. Ακούγεται πρωτόγονο. Είναι όμως αληθινό και πιθανότατα να υπήρξε το καλύτερο καύσιμο για τις συναισθηματικές μηχανές του. Για αυτά τα οκτάνια που απαιτεί η ψυχή ώστε να βγεί πάνω, να δηλώσει παρούσα, θαρραλέα, νικήτρια.

«Έχεις καιρό να ανέβεις στις Σέρρες;» ρώτησε χαρούμενα ανοίγοντας μια συσκευασία ακανέδων προσφέροντας ταυτόχρονα παγωμένο νερό. Ήταν εξήμισι το απόγευμα στην αίθουσα υποδοχής του συνεργείου του στη λεωφόρο Τατοϊου.

Όταν λίγο πριν τις δέκα το βράδυ, η κουβέντα είχε ολοκληρωθεί, στο βαθμό που μπορεί βέβαια να ολοκληρωθεί μια κουβέντα με συνομιλητή το Γιώργο, είχε σκοτεινιάσει, ενώ μέσα ο χώρος φωτιζόταν ελάχιστα, μόνον από τον εξωτερικό φωτισμό. Κανείς από τους δυο μας δεν είχε ενδιαφερθεί να ανάψει τα φώτα. Το εκλαμβάνω ως αποδεικτικό του κατανυκτικού της συζήτησης.

Ο Γιώργος Ραπτόπουλος γεννήθηκε το 1930 στα Σέρβια Κοζάνης. Σήμερα, σχεδόν 85 χρόνια αργότερα, μπορεί να τον συναντήσετε όρθιο επί ώρες στο εφαρμοστήριο του συνεργείου του να ταιριάζει ζιγκλέρ για τα Weber κάποιας 911, ζιγκλέρ που οι περισσότεροι δυσκολευόμαστε να δούμε χωρίς πρεσβειωπικά γυαλιά, ή να δημιουργεί κάτι στον τόρνο.

Ο πατέρας του ήταν αυτοκινητιστής. Για όσους η λέξη δεν λέει πολλά, η δουλειά τότε, προπολεμικά, ήταν κάπως έτσι. Όχημα διαμορφωμένο με δύο σειρές καθισμάτων και πίσω αρκετό χώρο για φόρτωμα. Tα υπόλοιπα τα αφηγείται ο Γιώργος:

Διαβάστε ολόκληρη την ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο sport24.gr – κλικ εδώ

Σχολιάστε