Ληστοκρατία 1928-1931: η απαγωγή, τα λύτρα, η άγρια σφαγή 12χρονου παιδιού από το Μικρόβαλτο, η καταδίκη και η εκτέλεση δυο ληστών, όπως τα κατέγραψε πρωτοσέλιδο εφημερίδας της εποχής

Η άγρια σφαγή ενός 12χρονου παιδιού, του Ευθύμιου Βετόπουλου (ή Βέτα) από το Μικρόβαλτο την εποχή της ληστοκρατίας (1928), μετά την απαγωγή του και την μη καταβολή λύτρων, μου είχε αποτυπωθεί περισσότερο σαν ένας τραγικός μύθος, που δύσκολα θα μπορούσε να εκφράζει την απόλυτη αλήθεια.

Κι όμως σε αναζήτηση ντοκουμέντων σε εφημερίδες της εποχής (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 6 Μαρτίου 1931), η αλήθεια πρόβαλε ακόμη πιο σκληρή και οδυνηρή και οι λεπτομέρειες άκρως ανατριχιαστικές. Από την αρχή της απαγωγής μέχρι το «πυρ κατά βούλησιν» του εκτελεστικού αποσπάσματος κατά των δυο κατάδικων ληστών.

Η περιγραφή της ετυμηγορίας του κακουργιοδικείου της Λάρισας για την καταδικαστική απόφαση με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 1929, αποκαλύπτει τα φοβερά γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί το δεκαήμερο 21 Αυγούστου – 1 Σεπτεμβρίου 1928, όταν… «οι Σπυρίδων Α. Λιάκος ετών 30 εκ Γρουντζήδων Γρεβενών και Δημήτριος Γ. Μανδραλής εκ Βεντζίων της αυτής Περιφερείας, μετά του Χρήστου Γάτσου εισήλθον το μεσονύκτιον της 21-22 Αυγούστου 1928 εις την οικίαν του Δημ. Βετόπουλου εν τω χωρίω Μικρόβαλτο και επέπεσαν κατ’ αυτού, της συζύγου του και του υιού του Ευθυμίου.

Ακολούθως οι κακούργοι αφού έδεσαν πατέρα και υιόν, εβίασαν υπό τα όμματά των την γυναίκα και κατόπιν απεγύμνωσαν ολόκληρον την οικίαν. Οι λησταί αποχωρούντες εβασάνισαν τους συζύγους Βετοπούλου απήγαγαν δε τον υιόν των εις τα όρη, τάξαντες εις αυτούς προθεσμίαν 10 ημερών δια την καταβολήν λύτρων εξ 100 χιλ. δρ. προς απελευθέρωσίν του. Μετά δεκαήμερον οι αιμοβόροι λησταί μη λαβόντες τα ζητηθέντα λύτρα έσφαξαν τον ατυχή αιχμάλωτόν των Ευθύμιον Βετόπουλον παρά την θέσιν Καμάνες της περιφερείας Λουζιανής (Ελάτης). Σημειωτέον ότι ο Γάτσος κατεδικάσθη εις ισόβια δεσμά και κρατείται εις τας φυλακάς Επταπυργίου…».

Το λεπτομερέστατο χρονικό της εκτέλεσης δια τυφεκισμού των δυο κατάδικων ληστών, αποκαλύπτει τη ζοφερή και σκληρή πραγματικότητα του γεγονότος, αλλά και κάποιες ανθρώπινες στιγμές των μελλοθανάτων…
Αυτούσιο το μακροσκελές πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, της 6ης Μαρτίου 1931, έχει ως παρακάτω (γραφή εποχής):       

ΕΤΥΦΕΚΙΣΘΗΣΑΝ ΧΘΕΣ ΑΛΛΟΙ ΔΥΟ ΛΗΣΤΑΙ ΕΚ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΕΙΣ ΤΑ ΦΥΛΑΚΑΣ
Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ ΛΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΜΑΝΔΡΑΛΗ

«Δύο ακόμη εγκληματίαι επλήρωσαν χθες με την ζωήν των τα κακουργήματα που είχον διαπράξη. Οι λησταί Σπ. Λιάκος και Δημ. Μαντραλής καταδικασμένοι εις θάνατον παρά του Κακουργοδικείου Λαρίσσης επί ληστεία, απαγωγή και φόνω και κρατούμενοι εις τας φυλακάς Επταπυργίου από διετίας εξετελέσθησαν άμα τη ανατολή του ηλίου υπό αποσπάσματος του 50ου Συντάγματος κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η περί εκτελέσεως διαταγή του Υπουργείου ληφθείσα προ διημέρου παρά του Εισαγγελέως Εφετών κ. Γαρέζου διεβιβάσθη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τον Φρούραρχον, τον διευθυντήν των φυλακών Επταπυργίου ίνα μεριμνήσουν δια την εκτέλεσιν των δυο κακούργων ορισθείσαν δια την 7ην πρωϊνήν της χθες.

ΠΩΣ ΔΙΕΝΥΚΤΕΡΕΥΣΑΝ

Ο διευθυντής των φυλακών Επταπυργίου κ. Μπενιψάλτης λαβών γνώσιν της διαταγής του Εισαγγελέως μετέβη εις τον θάλαμον των βαρυποινιτών και ανακοίνωσεν εις τους μελλοθανάτους ότι θα μεταφέροντο δήθεν να μεταχθούν εις Λάρισσαν ίνα εξεταστούν από τον ανακριτήν εν σχέσει με μίαν αίτησίν των δι’ ης ισχυρίζοντο ότι η καταδίκη των προήλθεν εκ δικαστικής πλάνης.

Δια να μη δώση μάλιστα υπονοίας περί της επικείμενης θανατώσεως των ο κ. Μπενιψάλτης είπεν εις τους δυο καταδίκους ότι δήθεν η υπόθεσίς των επήγαινε καλά και δεν απεκλείετο να ακυρωθεί η δίκη των. Οι δυο μελλοθάνατοι εφάνησαν πεισθέντες από τας διαβεβαιώσεις του διευθυντού των φυλακών και τον ηκολούθησαν προθύμως εκτός του θαλάμου. Όταν όμως απεμονώθησαν εις χωριστά κελλιά οι δυο λησταί αντελήφθησαν ότι επρόκειτο και τουφεκισθούν και δεν εκοιμήθησαν όλην την νύκτα. Μέχρι της 5.30 πρωϊνής εκάλουν εναλλάξ τον αρχιφυλακεύοντα κ. Γραμμένον, από τον οποίον εζήτουν σιγαρέττα και τον παρεκάλουν να τους είπη την αλήθειαν. Εξ αυτών ο Μαντραλής ετραγουδούσε βλάχικα τραγούδια. Δέον να σημειωθεί ότι οι μελλοθάνατοι δεν απώλεσαν το θάρρος και την ψυχραιμίαν των, αφού δεν ησθάνοντο και την ανάγκην της ουζοποσίας δια την τόνωσιν των νεύρων των.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Ολίγον προ του μεσονυκτίου ο εκ των καταδίκων Λιάκος, απηύθυνε προς τον Διευθυντήν των Φυλακών κ. Μπενιψάλτην την κάτωθι επιστολήν.
«Κύριε Διευθυντά
Παρακαλείσαι εκ μέρους μου να με συγχωρήσης και με τις ευχές μου να χαρής την οικογένειά σου. Σου αφήνω την τελευταίαν μου παραγγελίαν να διαμαρτυρηθής εις την δικαιοσύνην πως πηγαίνω άδικα και εκ των υστέρων σε ευχαριστώ δια την καλήν συμπεριφοράν σου απέναντί μου ως και όλον το προσωπικόν και ιδιαιτέρως τον αρχιφύλακα κ. Γραμμένον δια τας τελευταίας περιποιήσεις του.
Μόνον μου παράπονον έχω όπου μας εχώρισες με τον αδελφικόν μου φίλον Μαντραλήν. Ωστόσο σας ευχαριστώ και πάλι και σας αποχαιρετώ από το κελλί των μελλοθανάτων.
Αν ποτέ σας πή κανείς κακό για μας μην τον πιστέψετε Άδικα σκοτώνουμαι.
Σπ. Λιάκος
Υ.Γ. Μας είχαν ειπή ότι η υπογραφή σας εις την αίτησίν μας για τη χάρι ήτο υπέρ. Αλλά δεν εισηκούσθηκε. Δεν πειράζει.
Ο ίδιος»

ΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ

Από της 5ης πρωϊνής ήρχισεν η κίνησις προ της πύλης των φυλακών Επταπυργίου. Πρώτοι κατέφθασαν εκεί οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι παρά την τηρηθείσαν υπό των αρχών απόλυτον εχεμύθειαν είχον κατορθώση να πληροφορηθούν τα της επικειμένης εκτελέσεως.
Την 6ην πρωϊνήν αφίκετο δύναμις χωροφυλακής υπό τον μοίραρχον κ. Νικηφοράκην και δύο άλλοι αξιωματικοί, ολίγον δε κατόπιν οι άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος με επί κεφαλής τον ανθ)γόν κ. Ευστρατίου.
Κατά την ώρα ταύτην αφίκετο και ο διευθυντής των φυλακών Μπενιψάλτης, όστις επεκοινώνησεν μετά των μελλοθανάτων και ανεκοίνωσεν εις αυτούς επισήμως ότι επρόκειτο να τυφεκισθούν άμα τη ανατολή του ηλίου και είπεν εις αυτούς μερικά παρήγορα λόγια. Οι δύο λησταί οι οποίοι επερίμεναν ήδη την απόφασιν απεδέχθησαν την αναγγελίαν αυτής με πολλήν ψυχραιμίαν, περιωρίσθησαν δε να τονίσουν και πάλιν ότι ήσαν αθώοι.
Ακολούθως οι δύο κατάδικοι εδέχθησαν την επίσκεψιν του ιερέως των φυλακών παπα-Γεωργίου όστις τους εξωμολόγησε και τους εκοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Μεθ’ ο αφιχθέντος και του αντιεισαγγελέως των πρωτοδικών κ. Γεωργιλά ως και του υποδιευθυντού της αστυνομίας κ. Γαβριλάκη, οι δύο μελλοθάνατοι εδέθησαν οπισθάγκωνα και παρεδόθησαν εις την δύναμιν χωροφυλακής ίνα μεταφερθούν εις τον τόπον της εκτελέσεως.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Είναι ήδη 7.10 πρωϊνή και έχει εξημερώση, οπόταν ανοίγει η πύλη των φυλακών και οι δύο μελλοθάνατοι εξέρχονται εν τω μέσω των ενόπλων χωροφυλάκων. Ευθυτενείς και ψύχραιμοι αποχαιρετούν δύο συγγενείς των μαθητάς της ρουμανικής σχολής οίτινες είχον έλθει δια να παραστούν εις την εκτέλεσιν και προχωρούντες προς τον Κρανίου τόπον απευθύνουν εις όλους χαιρετισμούς. Σηκώνουν τα βλέμματα προς τα παράθυρα των φυλακών και στέλλουν τον τελευταίον χαιρετισμόν προς τους γνωστούς των και τους λοιπούς συγκαταδίκους που τους παρακολουθούν απ’ εκεί.
-Κουράγιο, τους φωνάζουν όλοι.
– Τώχουμε, αδέλφια, αλλά πάμε άδικα.

Ο ληστής Λιάκος είνε ενδεδυμένος την καινουργή του ενδυμασίαν, δια να αντιμετωπίση, όπως είπε, τον θάνατον με τα καλά του.
Έφ’ όσον προχωρούν προς τον τόπον του μαρτυρίου οι δύο μελλοθάνατοι υφίστανται κάποιον επηρεασμόν που τους καθιστά περισσότερον φλύαρους. Ήδη απέναντί των επρόβαλε το παρατεταγμένον εκτελεστικόν απόσπασμα, εις την θέαν του οποίου οι δύο κατάδικοι υπέστησαν κλονισμόν.
– Τα παιδιά ετοιμάζουν τα όπλα τους, είπε ο Λιάκος συγκεκινημένος. Αλλά τι φταίνε αυτά; κάνουν τη δουλειά τους.
Και οι δύο λησταί εν μια φωνή απηύθυναν προς τους άνδρας του αποσπάσματος μίαν σύστασιν: να τους χτυπήσουν στο στήθος. Αλλά η σύστασίς των αύτη είχε κάτι το παρακλητικόν. Κάτι που απεδείκνυεν ότι το ηθικόν των εμειούτο ολονέν. Μέχρι της μεταφοράς των εις τον τόπον της εκτελέσεως ενώπιον του αποσπάσματος, οι δύο κατάδικοι δεν έπαυσαν να διακηρύττουν ότι είναι αθώοι και ότι δεν έπρεπε να σκοτωθούν. Τα ίδια επανέλαβον και εις τους δημοσιογράφους, οι οποίοι τους εκύκλωσαν και ήθελαν να ακούσουν τα τελευταία των λόγια.  

Η ΑΝΑΓΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ

Την στιγμήν εκείνην πλησιάζει τους μελλοθανάτους ο ανεισαγγελεύς κ. Γεωργιλάς μετά του γραμματέως του κ. Ζαχόπουλου, όστις αναγινώσκει την ετυμηγορίαν του δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ούτοι κατεδικάσθησαν εις θάνατον.
Κατ’ αυτήν κατεδικάσθησαν εις θάνατον δια της υπ’ αρ. 239 αποφάσεως του Κακουργοδικείου Λαρίσσης την 11ην Οκτωβρίου 1929 οι Σπυρίδων Α. Λιάκος ετών 30 εκ Γρουντζήδων Γρεβενών και Δημήτριος Γ. Μανδραλής εκ Βεντζίων της αυτής Περιφέρειας, διότι μετά του Χρήστου Γάτσου εισήλθον το μεσονύκτιον της 21-22 Αυγούστου 1928 εις την οικίαν του Δημ. Βετόπουλου εν τω χωρίω Μικρόβαλτο και επέπεσαν κατ’ αυτού, της συζύγου του και του υιού του Ευθυμίου.

Ακολούθως οι κακούργοι αφού έδεσαν πατέρα και υιόν, εβίασαν υπό τα όμματά των την γυναίκα και κατόπιν απεγύμνωσαν ολόκληρον την οικίαν. Οι λησταί αποχωρούντες εβασάνισαν τους συζύγους Βετοπούλου απήγαγαν δε τον υιόν των εις τα όρη, τάξαντες εις αυτούς προθεσμίαν 10 ημερών δια την καταβολήν λύτρων εξ 100 χιλ. δρ. προς απελευθέρωσίν του. Μετά δεκαήμερον οι αιμοβόροι λησταί μη λαβόντες τα ζητηθέντα λύτρα έσφαξαν τον ατυχή αιχμάλωτόν των Ευθύμιον Βετόπουλον παρά την θέσιν Καμάνες της περιφερείας Λουζιανής (Ελάτης). Σημειωτέον ότι ο Γάτσος κατεδικάσθη εις ισόβια δεσμά και κρατείται εις τας φυλακάς Επταπυργίου.
Μετά την ανάγνωσιν της ως άνω αποφάσεως ο αντεισαγγελεύς κ. Γεωργιλάς ερωτά τους μελλοθανάτους αν έχουν τίποτε ν’ αντιτάξουν.
Ο Λιάκος απαντά ότι τόσον αυτός όσον και ο Μανδραλής είνε αθώοι, καταδικασθέντες αδίκως επί τη βάσει συκοφαντίας του Γάτσου, ισχυρίσθησαν δε ότι το έγκλημα διέπραξαν δήθεν οι ομοχώριοί των Δαρδούμπας, Δαραβέλας, Καρανίκας και Μέρτζης, οίτινες ήσαν οι κυριώτεροι μάρτυρες κατηγορίας κατά την δίκην των.
Ο κ. Γεωργιλάς απήντησεν ότι οι ισχυρισμοί ούτοι απεδείχθησαν εκ των ενεργηθεισών ανακρίσεων αστήρικτοι, αι δε αιτήσεις των περί μετριασμού της ποινής των και απονομής χάριτος, απερρίφθησαν από το συμβούλιον των χαρίτων και του προέδρου της Δημοκρατίας. Κατόπιν τούτου η απόφασις περί εκτελέσεως των κατέστη αμετάκλητος και θα εφαρμοσθή αμέσως.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΙΣ

Μετά τας τελευταίας ταύτας διατυπώσεις ο κ. Γεωργιλάς και οι δημοσιογράφοι αποσύρονται, οι δε μελλοθάνατοι απομένουν μόνοι εις τον τόπον της εκτελέσεως. Κατά την στιγμήν ταύτην ο Μανδραλής χάνει κάπως την ψυχραιμίαν του και αρχίζει να καταφέρεται εναντίον του κ. Βενιζέλου ως… προκαλέσαντος την μικρασιατικής καταστροφήν. Αλλά η τελευταία στιγμή των μελλοθανάτων έφτασε και ο επί κεφαλής του αποσπάσματος ανθυπολοχαγός διατάσσει «επί σκοπόν».
Είνε 7.24 πρωϊνή ακριβώς και δεν μένει παρά έν λεπτόν δια την εκτέλεσιν.
Οι δύο κατάδικοι, εγκαταλειφθέντες από όλους εις το κέντρον του πεδίου, φιλιούνται εις το στόμα και φωνάζουν:
– Γειά σας, παιδιά, γειά σας όλους…
Ακολούθως αποτεινόμενοι προς τους άνδρας του αποσπάσματος φωνάζουν:
– Βαράτε στην καρδιά, παιδιά, για να μη μας παραμορφώσετε το πρόσωπο.
Ο ανθυπολοχαγός του αποσπάσματος διατάσσει «πυρ κατά βούλησιν» και την 7.25 ακριβώς πίπτει ομοβροντία πυροβολισμών, αι δε σφαίραι ρίπτουν κατά γης τους δύο ληστάς. Ο Λιάκος δεχθείς έξ σφαίρας εις το στήθος έμεινε κεραυνόπληκτος, ενώ ο Μανδραλής τραυματισθείς θανασίμως καταπίπτει ολολύζων σπαρακτικά και κινεί σπασμωδικώς την κεφαλήν.
– Μάννα μου, μαννούλα μου!
Οι δύο λοχίαι του αποσπάσματος σπεύδουν και δίδουν τας χαριστικάς βολάς ούτω δε και ο αγωνιών Μανδραλής μένει νεκρός…
Ευθύς μετά ταύτα το εκτελεστικόν απόσπασμα και η δύναμις Χωροφυλακής αποσύρονται μετά των επί κεφαλής, τα δε πτώματα των ληστών παραδίδονται εις τους νεκροθάπτας και τον ιερέα των φυλακών προς ταφήν.
Ο αντεισαγγελεύς και οι λοιποί προϊστάμενοι Αρχών μεταβάντες εις τας φυλακάς υπέγραψαν το νενομισμένον πρακτικόν της εκτελέσεως.

ΠΟΙΟΙ ΟΙ ΤΥΦΕΚΙΣΘΕΝΤΕΣ

Οι θανατωθέντες δύο λησταί χωρικοί της περιφερείας Γρεβενών, ήσαν κτηνοτρόφοι. Ο εξ αυτών Λιάκος ήτο έγγαμος, ο δε Μανδραλής ελεύθερος έχων μόνον μητέρα.
Ο Λιάκος είχε στείλη εσχάτως εις συγγενείς του διαμένοντας εν Αμερική διάφορα εργόχειρά του αξίας 10 χιλ. δραχμών, το προϊόν της πωλήσεως των οποίων παρεκάλεσε να δοθή εις την σύζυγόν του. Σημειωτέον ότι η τελευταία αύτη μολονότι ειδοποιηθείσα εγκαίρως δεν παρέστη εις την εκτέλεσιν του συζύγου της ούτε εις τον ενταφιασμόν του πτώματός του».

Γιώργος Μαστρ./mikrovalto.gr

 


 

Σχολιάστε