Η δολοφονία του λήσταρχου Μπλαντέμη από τον σύντροφό του ληστή Κατσέλη, μέσα από τον τύπο της εποχής (1924)

Η κοινωνική μάστιγα της ληστοκρατίας, ταλαιπώρησε την περιοχή μας από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι περίπου το 1935.
Γκαντάρας, Γιαγκούλας, Παπαγεωργίου, Μπλαντέμης, Μπαμπάνης, Κατσέλης, τα μεγαλύτερα ονόματα των τρομερών και αδίστακτων λήσταρχων που καταδυνάστευσαν (και) την περιοχή των Καμβουνίων…

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 η ληστεία είχε σημειώσει έξαρση. Τότε το κράτος έλαβε αυστηρά νομοθετικά και κατασταλτικά μέτρα, και άρχισε τη συστηματική καταδίωξη των ληστών. Ιδιαίτερα αποτελεσματική ήταν η χορήγηση αμνηστίας και αμοιβής στους ληστές που σκότωναν κάποιο σύντροφό τους…

Από τον τύπο της εποχής -εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, με ημερομηνία 14/07/1924, σελ. 2-, αντιγράφουμε τη δολοφονία του λήσταρχου Μπλαντέμη από τον -εξ Ελάτης Κοζάνης καταγόμενο- σύντροφό του ληστή Βαγγέλη Κατσέλη…

«Προ δυο ημερών εγράψαμεν δια τον λήσταρχον Μπλαντέμην, τον ήρωα της ληστείας του Δοξαρά, ο οποίος μετά του συναθλητού του Ευάγγελου Κατσέλη, ωδηγήθησαν εις την Κοζάνην, προ ενός «επιλέκτου αποσπάσματος εκ συνταγματαρχών και αξιωματικών» υπό ενός καταδότου και κατώρθωσαν να διαφύγουν, ένεκα της …αφλογιστίας ενός πολυβόλου.

Ο Κατσέλης όμως, μετά τη φυγή του μετά του Μπλαντέμη, εσκέφθη ότι τα πράγματα δεν ήσαν και τόσο ρόδινα. Η καταδίωξις ενετείνετο. Τα πράγματα ήσαν δύσκολα.

– Αξίζει να σωθώ, εσκέφθη ο Κατσέλης, φονεύοντας τον Μπλαντέμην.
Και η σκέψις αυτού του ήρεσεν. Βοηθός ήλθε ο πατήρ του. Ούτος, επείσθη υπό των αστυνομικών Κοζάνης, όπως πείση τον λήσταρχον υιόν του να φονεύση τον Μπλαντέμην δια να λάβη αμνηστείαν. Ο πατήρ του Κατσέλη, ήλθεν εις επικοινωνίας μετά του υιού του και του εξέθεσε το σχέδιόν του. Η προδιάθεσις υπήρχεν. Και ο Κατσέλης, υπεσχέθη εις τον γέροντα πατέρα του, ότι θα εφόνευε τον λήσταρχον, αρκεί να του εδίδετο αμνηστεία.
– Θα σου δωθή, τον εβεβαίωσεν ο πατήρ του.
– Σου το υποσχέθηκαν;
– Στο λόγο της στρατιωτικής των τιμής.
Ο Κατσέλης επέστρεψεν εις το κρησφύγετον. Έξωθι του χωρίου Λουζιανή των Σερβίων.
– Τι έκανες, τον ερώτησε ο Μπλαντέμης.
– Θα τα καταφέρουμε να φύγουμε.
– Και οι γυναίκες;
– Αϊ τις γυναίκες σκέπτεσαι τώρα! Είνε στη φυλακή. Δεν θα πάθουν αυτές τίποτα. Γυναίκες είνε… (Πρόκειται περί των συζύγων των τας οποίας εγράψαμεν προχθές ότι συνέλαβον εν Κοζάνη εις την οικίαν του Βλάχου).
Ο Μπλαντάμης ενεκουφίσθη. Την πρώτην φοράν, είχε φύγη από τας φυλακάς Τρικάλων. Την δευτέραν -προ δέκα και πέντε ημερών- είχε σωθή από το στόμα του Χάρου.
– Την τρίτην, εσκέπτετο, δεν θα την γλυτώσω. Είχε κάποιαν προαίσθησιν.
Και εκοιμήθη ατάραχος.

Ο Κατσέλης εκάπνιζε το σιγάρο του. Ήναψεν άλλο. Οι ώρες επερνούσαν. Ο Μπλαντέμης εκοιμάτο. Εβεβαιώθη δι’ αυτό, τότε εσήκωσε το πιστόλι του και τον εκτύπησεν επανειλημμένως.
Ο λήσταρχος εκινήθη, άφησεν ένα ρόγχον και παρέδωσε το πνεύμα.
Ο Κατσέλης, φοβούμενος τον λήσταρχον, αν επέζη, ήναψεν ένα σπίρτον δια να βεβαιωθεί αν πράγματι ήτο νεκρός.
Και η αυτοψία το εβεβαίωσεν.
Τότε χωρίς λύπην, χωρίς οίκτον, χωρίς να ενθυμηθή την κοινήν ζωήν, τους κοινούς κινδύνους, τας κοινάς χαράς και λύπας, του απέκοψε την κεφαλήν και την μετέφερεν εις Κοζάνην. Εκεί ενεφανίσθη εις την αστυνομικήν Διεύθυνσιν και παρέδωσε ταύτην εις τον Διοικητήν.
Επί του ληστάρχου Μπλαντέμη δεν ευρέθησαν χρήματα. Υπολογίζεται ότι οι δύο λήσταρχοι είχον περί τα δύο εκατομμύρια δραχμών. Επί των γυναικών των όταν προ ημερών συνελήφθησαν, ευρέθησαν 450.000 δραχμών.

Ο Κατσέλης τώρα βεβαίως θα λάβη αμνηστείαν. Η σύζυγός του, κρατουμένη ήδη, θα απελευθερωθεί μετά καιρόν. Και τα χρήματα που έχουν, θα εκπληρωθεί το όνειρον μιας ζωής, ησύχου, αναπαυτικής, οικογενειακής.

Ο λήσταρχος Μπλαντέμης όμως απέθανεν αδόξως. Και η σύζυγός του, κρατουμένη και αυτή εις τας φυλακάς Κοζάνης, ομνύει εκδίκησιν κατά του Κατσέλη και της συζύγου του»…
 
mikrovalto.gr

Ντοκουμέντο εποχής 1924 (εφ. ΣΚΡΙΠ): Αρχείο Φ. Γκούμα
(Μπορείτε να το αναζητήσετε και στην ψηφιακή βιβλιοθήκη:  http://efimeris.nlg.gr/ns/main.html)

 


 

Σχολιάστε