«Γιουσουρούμ» στην Κοζάνη – Ο Εικαστικός Φώτης Καραγεωργίου συν-διαλέγεται με τα γραπτά του Ν. Ασιμου

‘’για τα δεσμά μας δε φταίει πάντα η σκλαβιά, μα η υποταγμένη μας καρδιά’
‘’τι υπουργός , τι δικαστής,τι οικογενειάρχης, τι ψηφοφόρος , τι αγάς, το ίδιο πράγμα είναι, την εξουσία τι μετράς με το δικό σου είναι’’
                                                                                                    Νικόλας Άσιμος
Πως ορίζεται η ελευθερία ; από τι συνίσταται και πως εκφράζεται στο εδώ και τώρα της κοινωνικής κατάστασης που όλοι αποτελούμε μέρος της , και πως βιώνεται αυτή η ελευθερία σήμερα ; Τέλος, τι επιφυλάσσεται για όσους επέλεξαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά μιας τόσο βαθιά υποκριτικής και συμπλεγματικής κοινωνίας, μόνο και μόνο με την ύπαρξή τους εντός της ;
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ,μια έκθεση για το Νικόλα Άσιμο, σήμερα, δε φαντάζει παράξενη. Ο Άσιμος, φιγούρα που για τον καθένα εκφράζει κάτι το διαφορετικό,κατανοούσε με απόλυτη διαύγεια την ελευθερία, τη δημοκρατία, αλλά και πολύ περισσότερο την ουσία της έννοιας  ‘εξουσία’ , σε ένα επίπεδο βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο, σαν αρρώστια της ανθρώπινης ψυχής,η οποία υπέβοσκε σ όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, σε κάθε είδος κοινωνικής συνεύρεσης, ακόμη και πίσω απ τις πιο ανατρεπτικές ιδέες ή πρακτικές, καταλήγοντας , εν τέλει , να αποτελεί το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας

Ο Φώτης Καραγεωργίου αποπειράται να χτίσει μια γέφυρα μεταξύ του τότε και του τώρα, παίζοντας χωροταξικά με αντιθετικά δίπολα, όπως το μέσα-έξω, θεσμικό – εξωθεσμικό , αλλά και εσωτερικής υποκειμενικής αντίληψης και εξωτερικής αντκειμενικής πραγματικότητας .Προσωπικοί προβληματισμοί μετουσιώνονται μέσα από μια εικαστική αφήγηση του έργου του Νικόλα Άσιμου με σκοπό να θέσει κάποια ερωτήματα ως προς τη φύση των θεσμών,της κοινωνίας,του τρόπου που γαλουχηθήκαμε όλοι μέσα σ ένα πλαίσιο κοινωνικό, το οποίο αφήνει εν τέλει στο περιθώριο όλους όσους οραματίζονται ή αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον κόσμο.    

Ισαβέλλα Κλαδάκη
Θεωρητικός Τέχνης                  

  «Για τα δεσμά μας δε φταίει πάντα η σκλαβιά, μα η υποταγμένη μας  καρδιά»
  «…τι υπουργος, τι δικαστής, τι οικογενειάρχης, τι ψηφοφόρος , τι αγάς, το ίδιο   πράγμα είναι,
 την εξουσία τη μετράς μες το δικό σού είναι»
                                                                                    ν. άσιμος

Παρατηρώντας τον κρατικό μηχανισμό από μία αλτουσεριανή σκοπιά, πέραν του ότι αποτελεί κατεξοχήν όργανο καταστολής σε περιόδους όπου διακυβεύεται το αστικό οικοδόμημα, όργανο το οποίο έχει στη δικαιοδοσία τού την άσκηση κάθε μορφής «έννομη» βία, αποτελεί παράλληλα και τον πιο ισχυρό θεματοφύλακα της κρατούσας ιδεολογίας, μέσω θεσμών του κράτους, με προεξάρχοντες τον εκπαιδευτικό, το θρησκευτικό, το στρατό, την οικογένεια, τα ΜΜΕ, ακόμη και το συνδικαλισμό. Για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, η δημοκρατία αποτελεί εχέγγυο της ελευθερίας, οπότε σε περιόδους κοινωνικής ομαλότητας κατά τις οποίες δε διακυβεύονται τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών (όπως επί παραδείγματι σε περιόδους πραξικοπήματος) υφέρπει η πεποίθηση πως η αντίδραση απέναντι στο σύστημα αποτελεί σχεδόν ύβρη προς την ίδια τη δημοκρατία και προς τους αγώνες βάσει των οποίων εδραιώθηκαν τα δημοκρατικά αυτά δικαιώματα.  
Πώς ορίζεται όμως η ελευθερία? Από τί συνίσταται και πώς  εκφράζεται  στο εδώ και τώρα της κοινωνικής κατάστασης που όλοι αποτελούμε μέρος της? Ή ακόμη καλύτερα, πώς βιώνεται αυτή η ελευθερία σήμερα?  Για μία μεγάλη μερίδα του κοινωνικού συνόλου, η ελευθερία ορίζεται με όρους μαζικής κατανάλωσης και κατ’ επέκταση, με όρους κατοχής οποιουδήποτε αγαθού σε νεκρό χρόνο. Όσο περισσότερα χρήματα έχει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο το εύρος των πιθανοτήτων και δυνατοτήτων, σε μία κοινωνία όπου το κάθε Υποκείμενο είναι απολύτως ελεύθερο (άρα και υπεύθυνο) για την προσωπική τού εξέλιξη, πρόοδο, ευμάρεια, αλλά όπως είναι φυσικό, απολύτως υπεύθυνο και για την προσωπική τού καταστροφή. Όταν όμως η Ύπαρξη ισοδυναμεί με κατοχή και στην εξίσωση της ελευθερίας, εισάγεται η έννοια του χρήματος, τότε αν το σκεφτούμε για μια στιγμή, η ελευθερία αυτή προσιδιάζει περισσότερο σε μια ηθελημένη, εκούσια σκλαβιά, στο όνομα μιας προσωπικής εσωτερικής απληστίας και φιλοδοξίας για κοινωνική ανέλιξη. Πώς επιλέγει όμως κάποιος εκούσια να «φορέσει κλουβί»? Βγάζοντας στην άκρη τον παράγοντα οικογένεια, τεράστιο μερίδιο της ευθύνης έχει το σχολείο (και έπειτα η εκκλησία και ο στρατός που στις μέρες μας τουλάχιστον απευθύνονται σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες), το οποίο φέρει ένα αξιακό/ιδεολογικό φορτίο που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή των εκάστοτε κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής, με τη μετάδοσή τούς στους μελλοντικούς εργαζόμενους, εμφυσώντας τους  ασυνείδητα και το ήθος του υπάκουου εργάτη αλλά και τη φιλοδοξία ενός αχόρταγου καπιταλιστή. Ακόμη, κατά τον Foucault, εισάγει έννοιες όπως η επιτήρηση, η ομαλοποίηση και ο έλεγχος των ανθρώπινων συμπεριφορών, διαχωρίζοντας τις σωστές από τις λανθασμένες, αλλά και διδάσκοντας και αξιολογώντας συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες, με απώτερο σκοπό την κατασκευή πειθαρχημένων υποκειμένων.
Τί επιφυλάσσει λοιπόν η κοινωνία για όσους τα παραπάνω δεν αποτέλεσαν γνώση αλλά βίωμα, εμπειρία βαθειά βιωμένη και ριζωμένη μέσα τούς? Για όσους η ελευθερία αυτή μεταφράζεται αυτομάτως με όρους (μικρό ή μακρό)εξουσίας και υποκρισίας? Και για όσους, επέλεξαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά μιας κοινωνίας βαθιά υποκριτικής και συμπλεγματικής , μόνο και μόνο με την ύπαρξή τούς εντός της? Ο Νικόλας Άσιμος,  φιγούρα που για τον καθένα εκφράζει κάτι το διαφορετικό ενδεχομένως, κατανοούσε με απόλυτη διαύγεια αυτή την επίφαση ελευθερίας και δημοκρατίας, αλλά πολύ περισσότερο, κατανοούσε την ουσία της έννοιας «εξουσία»  σ’ ένα επίπεδο βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο, σαν αρρώστια της ανθρώπινης ψυχής, η οποία δε σπαταλιόταν μονάχα θεσμικά, από τα πάνω προς τα κάτω, αλλά η οποία υπέβοσκε σ’ όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, σε κάθε είδους κοινωνική συνεύρεση, ακόμη και πίσω από τις πιο ανατρεπτικές και επαναστατικές ιδέες ή πρακτικές, καταλήγοντας εν τέλει, ν’ αποτελεί το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, μία έκθεση για το Νικόλα Άσιμο, σήμερα, δε φαντάζει παράξενη, εφόσον ακόμη κι αν ποικίλες μεταρρυθμίσεις (τυπικά) βελτίωσαν τον τρόπο ζωής μας, πάρα ταύτα, η δομή βάσει της οποίας λειτουργεί και συντηρείται ο κρατικός μηχανισμός, παραμένει η ίδια σε εξωραϊσμένη εκδοχή, κάνοντας την προβληματική της «ελευθερίας» ακόμη πιο περίπλοκη και ασαφή, και όσους τρέχουν σε αναζήτησή της , τους κάνει να μοιάζουν με σύγχρονους δον Κιχώτες.

Ο Φώτης Καραγεωργίου, αποπειράται να χτίσει μια γέφυρα μεταξύ του τότε και του τώρα, παίζοντας  χωροταξικά  με αντιθετικά δίπολα όπως το μέσα-έξω, θεσμικό-εξωθεσμικό/επαναστατικό αλλά και εσωτερικής υποκειμενικής αντίληψης και εξωτερικής αντικειμενικής πραγματικότητας.
            Προσωπικοί προβληματισμοί μετουσιώνονται μεσ’ από μία εικαστική αφήγηση του έργου και του βίου του Νικόλα Άσιμου, με σκοπό να θέσει κάποια ερωτήματα ως προς τη φύση των θεσμών, της κοινωνίας, του τρόπου που γαλουχηθήκαμε όλοι μέσα σ’ ένα πλαίσιο κοινωνικό, το οποίο αφήνει εν τέλει στο περιθώριο , όλους όσους οραματίζονται ή αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον κόσμο, όσους δε ξέχασαν ποτέ το παιδί μέσα τούς και αρνούνται να ενταχθούν με όρους καθολικά συστημικούς, εντείνοντας εν τέλει το χάσμα, μεταξύ αυτών που «από την κούνια» δεν αναρωτήθηκαν ποτέ αν θα ’πρεπε να  είναι έτσι τα πράγματα και εντάχθηκαν αναντίρρητα σ’ αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως «σύστημα» και σε όσους, για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας, βιώνουν την πραγματικότητα αυτή ως «απειλητική» ή «εχθρική», σαν ένα τόπο ανελευθερίας , όπου το όνειρο πεθαίνει πριν καν γεννηθεί, γιατί αποτελεί ενδεχόμενη αντι-συστημική απειλή.
          Παρ’ ολ’ αυτά, αν το νόημα της όλης έκθεσης ήταν να προπαγανδίσει συγκεκριμένες απόψεις και ακόλουθους τρόπους αντίδρασης κάτω από ένα συγκεκριμένο τρόπο θέασης της κοινωνίας, θα έφτανε γρήγορα σ’ ένα οξύμωρο σημείο ως προς την ίδια της την ύπαρξη. Αν η τέχνη αυτή καθίσταται πολιτική, αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ίδιας της μορφοπλαστικής και εννοιολογικής φύσης των έργων, αλλά κυρίως και κατ’ επέκταση, από τη σχέση που θα δημιουργήσει ο καθένας ξεχωριστά με το καθένα από αυτά τα έργα/εγκαταστάσεις, ορισμένα εκ των οποίων υπάρχουν στο χώρο ως κυριολεκτικές παρουσίες – ζώντα πλάσματα που αμφισβητούν την ιδιότητα των αντικειμένων ως προς το να υπερβούν τη σφαίρα του πραγματικού και να υψωθούν σ’ ένα τόπο της « τέχνης για την τέχνη». Έτσι, ο Φώτης Καραγεωργίου, χτίζει ένα θεατρικό –σχεδόν- αλληλοσυσχετισμό μεταξύ έργου και θεατή, «σαρκώνοντας» στίχους, σκέψεις, φόβους, επιθυμίες, ενός ανθρώπου που είχε την ευχή και την κατάρα να αφουγκράζεται λεπτά ζητήματα ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με κόστος, ακόμη κι αν ήταν συνειδητή η επιλογή, μια μοναξιά πολύ βαθιά  η οποία μεγάλωνε το κενό μεταξύ του Υποκειμένου και του Άλλου, είτε αυτός είναι άνθρωπος, είτε κάποιος θεσμός που παράγει άβουλους πολίτες/πρόβατα, χωρίς καμία ανάγκη ή επιθυμία στοχασμού πάνω σε ζητήματα σωματικής και ψυχικής επιβίωσης.
           Το πώς θα προσλάβει ο εκάστοτε θεατής, τα εν λόγω έργα, έχει να κάνει με το προσωπικό, φαινομενολογικό τού ντεπόζιτο εμπειριών, σε σχέση με τη θέση τού στην κοινωνία, και άμεσα σχετιζόμενου με την προϋπάρχουσα οπτική τού πάνω στα ποικίλα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Επιπλέον, βασικός σύμμαχος κατά την περιπλάνηση ανάμεσα στα έργα, απαραίτητος για την πρόσληψή τούς, αποτελεί η αισθητηριακή μνήμη του καθενός, μια μνήμη σωματική, ξέχωρη από οποιαδήποτε διανοητική και εγκεφαλική κατάκτηση γνώσης.  
                                    
                                     

 Το   Ά- λογο

         Τί συμβολίζει το άλογο? Σύμφωνα με πανάρχαιους συμβολισμούς, το άλογο αποτελεί φορέα των δυνάμεων του αρχέγονου χάους, ανήκει στη φυσική ενστικτώδη, ασυνείδητη ζωή καθώς επίσης συμβολίζει την προαίσθηση του ασυνειδήτου.
      Το άλογο του «γιουσουρούμ»,  περ’ από την προσωποποίηση του Νικόλα Άσιμου, συμβολίζει και εκπροσωπεί κάθε άσημο του σήμερα, οποιονδήποτε και ο,τιδήποτε βρίσκεται εκτός των προκαθορισμένων ορίων που θέτει η κοινωνία.
    …Τραχύ, ενστικτώδες, περήφανο, «χαλάει» το παιχνίδι, τη σκακιέρα, τα εκάστοτε αναρίθμητα κουτάκια…ανακατεύει το άσπρο με το μαύρο, το κάρβουνο με την άμμο, και παρασύρει τα πάντα στην ίδια την εντροπική τους φύση.
         Ό,τι χαλάει, χαλάει.
          Ό,τι καταστρέφεται δε γυρνάει στην πρότερη –καθαρή- μορφή τού.
   Το ‘Α-λογο, παίζει με τους δικούς του όρους σ’ ένα παιχνίδι με προκαθορισμένους κανόνες και διαλύει προκλητικά όλα τα κουτάκια που μας πλαισιώνουν μέσα στην κοινωνία, ορίζοντας την κοινωνικώς αποδεκτή μάς ταυτότητα.
    …Παιχνίδι μοναχικό ωστόσο,  αφού η κοινωνία και οι παγιωμένοι της θεσμοί, έχουν προκαθορίσει τη μοίρα όσων θέλουν να παίξουν το παιχνίδι της Ύπαρξης με τους δικούς τούς όρους.
          Το θεατρικό, δραματικό περιβάλλον που χτίζεται εντός και εκτός ενός χώρου ημι-δημόσιου, ημι-εγκαταλελειμένου σταθμού τραίνων , εντείνει τον συμβολισμό της φυγής. Οι αναφορές σε καλλιτέχνες όπως ο Joseph Beyus και ο Γιάννης Κουνέλης, καθώς επίσης και στο κίνημα της arte povera εν γένει, είναι σαφείς, μέσω της χρήσης υλικών του συγκεκριμένου τόπου – κάρβουνο από το εργοστάσιο της ΔΕΗ- κοπριά, αλλά και ζωντανών πλασμάτων που μετά το πέρας της διαμονής τους θα κάνουν ακόμη αισθητή την παρουσία τούς, μεσ’ απ’ τα σωματικά και κινητικά ίχνη που θ΄ αφήσουν πίσω.
        Υπάρχει μία σαφής πρόκληση και επιθετικότητα στα περισσότερα από τα έργα, σα να χρειάζεται η υπερβολή ως ακραία κατάσταση για την κατανόηση ζητημάτων που υποβόσκουν κάτω από μία επίφαση ελευθερίας και δημοκρατίας.
          Χωρίς να πρέπει να βγει ένα ξεκάθαρο νόημα ή συμπέρασμα, η ίδια η δομή του χώρου οδηγεί σ’ ένα δίλλημα: ή με τους θεσμούς (εντός του χώρου) ή αναζητώντας την Ελευθερία, εξωθεσμικά. Ωστόσο, το δίπολο αυτό οδηγεί σε μία σχεδόν ρομαντική οπτική, η οποία προτάσσει τη φυγή από το ζήτημα της συνύπαρξης εντός μιας κοινωνίας που αντί να σε εκφράζει, σε πνίγει, φυγή όμως, χωρίς τελικό προορισμό ή στόχο. Το σκεπτικό «ή η κοινωνία θα προσαρμοστεί σ’ εμένα ή εγώ σ΄αυτή» οδηγεί δυστυχώς σ’ ένα αδιέξοδο όπου τελικά, όποιος αισθάνεται πνιγμένος από τα πρέπει και τους κανόνες, ή από την αυθαίρετη πίστη και υποταγή στους θεσμούς, τελικά καλείται να ζήσει την Ελευθερία τού, ολομόναχος, με την φυσική του παρουσία εντός του κοινωνικού συνόλου, αλλά με την ψυχή και το πνεύμα τού πολύ απομονωμένα απ’ τον περίγυρο. Το ερώτημα του κατά πόσο είναι δυνατό να «μοιράζεσαι» την ελευθερία σού με τον Άλλον, παραμένει αναπάντητο και δέσμιο ψυχολογικών συνιστωσών που επηρεάζουν την αντίληψη και τη θέαση αυτού του κόσμου, του οποίου ο καθένας αποτελεί απειροελάχιστο τμήμα.
          Μέσα ή έξω λοιπόν?

 


 

Σχολιάστε