Παρέμβαση: Πολιτισμικές αποβάσεις στην πόλη και την επαρχία Κοζάνης – Του Θανάση Καλλιανιώτη

Το κείμενο γράφτηκε για να εκφωνηθεί σε εκδήλωση της Ένωσης Επιστημόνων Δυτικής Μακεδονίας προς τιμήν του περιοδικού Παρέμβαση και του εκδότη του Β. Π. Καραγιάννη. Πραγματοποιήθηκε στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης το απόγευμα της 30ής Νοεμβρίου 2014. Εν τέλει η ομιλία έγινε από στήθους με την αρωγή σχετικής οπτικής παρουσίασης.

Ευχαριστήριο πρέπει στη διοίκηση του Λαϊκού Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας για την επιλογή μου ως ομιλητή στην κατακλείδα του συνεδρίου, στην οποία τιμάται η πνευματική επιθεώρηση Παρέμβαση της Κοζάνης. Για μερικά χρόνια χρημάτισα συνεργάτης της, με ιστορικά επί το πλείστον κείμενα, σχετιζόμενα με σκοτεινές συνήθως περιόδους όπου ο μύθος παραγκώνιζε, επικάλυπτε ή παρέκτρεπε την αλήθεια.

Αποτελούσαν νησίδα στον ωκεανό της λογοτεχνίας, μία εμπειρία της πραγματικής ζωής ανάμεσα στις φανταστικές απεικονίσεις των ομοτράπεζών μου.

Η Παρέμβαση αποβιβάστηκε από την επαρχία στην πόλη, καθώς η καταγωγή, ορθότερα ίσως η ενηλικίωση, αρκετών από τον πρώτο πυρήνα της είχε λάβει χώραν στον περίγυρο τόπο της Κοζάνης. Δείκνυε πως ο πολιτισμός, στην ουσία ο πολιτισμός των πόλεων, είχε αρχίσει να αγγίζει το χωριό. Για την ακρίβεια, ήταν ένα είδος εκδικητικής απόβασης σε μια πόλη που οι πνευματικές της δυνάμεις είχαν κουραστεί ή περιδινούνταν στην ανία της επανάληψης. Εννοείται, η διάκριση χωριού και πόλης δεν εστιάζεται μόνο στο χώρο, αλλά κυρίως στην κοσμοαντίληψη. Χωριά υπάρχουν και μέσα στην πόλη, όπως και πόλεις μέσα στα χωριά. Στη τελευταία περίπτωση οι πρώτες είναι ολιγότερες.

Από την επαρχία λοιπόν ο τόπος εκκίνησής της. Το 1984, έτος περιόδου που Βρετανός ιστορικός αποκάλεσε «εποχή του λαϊκισμού». Στην πραγματικότητα, κοιτάζοντας μέσα από το πρίσμα της ενδυματολογίας το έτος αυτό κρίνεται ως μεταβατικό: το ελευθεριάζον ζιβάγκο αντικαθιστούσε γοργά η σοβαρή γραβάτα και οι παλαιοί δούλοι με φράκο ανακτούσαν, χαρούμενοι πάλι, το σφυγμό τους. Οι λέξεις και οι στάσεις, ιδιαίτερα στην πολιτική, έχαναν το νόημά τους.

Πριν από δύο χρόνια, σε φθινοπωρινή συνέντευξή του, ο εκδότης και καθοδηγητής ομού της Παρέμβασης είχε δηλώσει πως αγνοούσε αν συνεχιστεί η έκδοσή της. Η αγωνία του αντανακλούσε προφανώς την αμηχανία των σκεπτόμενων ανθρώπων: το ασθμαίνον πράσινο τρένο της αλλαγής είχαν καταλάβει εν πλήρει καλοκαιρία επιχρίστες με γαλάζια ρολά. Ωστόσο το περιοδικό επέζησε ως σήμερα. Το μέλλον του άδηλο.

Η ιδεολογία της Παρέμβασης πέρασε από διάφορα στάδια, τα οποία εξεικονίζονται στην υλική μορφή και την εικόνα των εξωφύλλων της. Μεγάλο στην αρχή μέγεθος και μονοχρωμία, για να δηλώνεται η επιθυμία μετωπικής αναμέτρησης των πληβείων με το πλούσιο καθεστωτικό υπάρχον. Τοξότες που έβαλαν πάρθια βέλη από το αριστερό πάντα κέρας κατευθείαν στον ομφαλό.

Παρά τις σφοδρότατες μάχες, ο αντίπαλος δεν υπέκυπτε. Άρχισαν λοιπόν οι γλυκασμοί: εισαγωγή χρωμάτων, σμίκρυνση του μεγέθους, δέσιμο σε τυπογραφείο, αλλαγή πλεύσης και καταφυγή στη λογοτεχνία –ελάχιστα πια τα πολιτικά σχόλια, πλην όμως άκρως δηκτικά. Επί τάσεων, ομάδων, προσώπων, όχι γενικά.

Ενεπλάκην στην Παρέμβαση στις αρχές της δεκαετίας του ’90, επιστρέφοντας από τα ενοίκια της πόλης στον πατρικό οίκο της επαρχίας. Το πρώτο μου κείμενο με τίτλο «η ταξική πάλη στα ελληνικά βαπόρια» περιέγραφε στιγμές της διάκρισης αξιωματικών και πληρώματος, των πάνω και των κάτω. Ναύτης σε ωκεανοπόρο δεξαμενόπλοιο, απαλλοτρίωνα γλυκά από την κουζίνα των αξιωματικών και τα προσέφερα λαθραία στους (αλλόφωνους) ομοιόβαθμούς μου. Ήταν μια ατελέσφορη προσπάθεια επιστροφής στην πολιτική κριτική, αποδείχτηκε μάταιη.

Στα επόμενα κείμενα, για την ιστορία και τον πολιτισμό, η κριτική κατά του καθεστώτος εντάθηκε, αλλά με ιστορικό πια μανδύα. Αυτή τη φορά τα βέλη ρίχνονταν με το δεξί χέρι. Μάλλον ήταν πάρθια, αφού δύο, τουλάχιστον, περί του τοπικού πολιτισμού παράγοντες συμβούλευσαν τον εκδότη της Παρέμβασης να με απολακτίσει. Δεν το έπραξε. Με αγκάλιασε με περισσότερη στοργή.

Το 2012, όπως ήδη ειπώθηκε, είχε περάσει η σκέψη να πέσουν οι τίτλοι του τέλους στην Παρέμβαση, αλλά τελικά επέζησε ως σήμερα. Ποιες είναι άραγε οι αιτίες; Μήπως ο εκδοτικός ανήφορος, δηλαδή η δυσκολία ανεύρεσης υλικών πόρων σε εποχή που καταβάλλεται σύντονη προσπάθεια να πειστούμε πως δεν υπάρχουν; Με βεβαιότητα δεν εγκιβωτίζεται στο ερώτημα η έλλειψη συνεργατών, αφού σχεδόν όλοι επιθυμούν να γράφουν σε περιοδικά με κριτές, ώστε να λαμβάνουν μόρια κατά την αναζήτηση θέσεων του Δημοσίου, κι όχι στην Παρέμβαση που κατά μερικούς δεν ελέγχεται από κριτές. Παραγνωρίζεται εδώ πως κριτές της είναι οι χιλιάδες αναγνώστες της!

Άραγε μεταβλητή των τίτλων τέλους είναι η ευρύτερη οικονομική στενωπός του διευθυντή της Παρέμβασης; Όμως τελευταία έχει δοθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Ενοχλούν τα ελάχιστα (άμεσα) κριτικά της ψιμύθια;

Κατά τη γνώμη του γράφοντος οι σκέψεις για το τέλος της Παρέμβασης εκκινούν από την ματαιότητα. Στα τριάντα αδιάλειπτα χρόνια συνέχειάς της ο εκδότης άπλωσε τον εαυτό του σε αρκετά πεδία, με πολλούς τρόπους. Δεν κατόρθωσε να αλλάξει το παιχνίδι του κόσμου. Στα καλέσματά του για πνευματικές μονομαχίες συμπεριέλαβε ακόμα και συνεργάτες του. Η συντριπτική πλειονότητα αποδείχτηκε άοπλη. Οι ελάχιστοι σιδηροφορούντες αρνήθηκαν, όχι από έλλειψη θάρρους αλλά από γνώση της επιπολάζουσας αυτοχλεύης του. Και της ματαιότητας. Όπως άλλωστε δήλωσε κι ο ίδιος σε πρόσφατο αλληγορικό κείμενό του: «ΠΑΜΕ όλοι στη γενική απεργία του τίποτα».

Σχολιάστε