Ταξίδι στον Αλιάκμονα, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου – Του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη

Γράφει ο Θωμάς Αθ. Αγραφιώτης

Ανακοίνωση στο επιστημονικό συνέδριο Αιανή (Κάλιανη) και περίχωρα: Ιστορία από τα κάτω που οργάνωσε το Σχολείο του Λαού στην Αίθουσα Τέχνης του Πνευματικού Κέντρου Αιανής Κοζάνης την 26η Απριλίου 2014

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης όπου εργαζόταν ως φιλόλογος ο πατέρας του Απόστολος, κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή αλλά με ρίζες από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η Ελένη, μητέρα του Βασίλη, ήταν δασκάλα και καταγόταν από το Βελβενδό.

Διακρίθηκε ως συγγραφέας με έμφαση σε κινηματογραφικά και ιστορικά θέματα: τα κινηματογραφικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν κατά κύριο λόγο στην κριτική κινηματογραφικών ταινιών για λογαριασμό κινηματογραφικών περιοδικών και πολιτικών εφημερίδων. Οι κριτικές αυτές έχουν συγκεντρωθεί και εκδοθεί σε βιβλία κυρίως από τις εκδόσεις Αιγόκερως.

Παράλληλα ασχολιόταν με βιβλία για τη θεωρία του κινηματογράφου. Ιδιαίτερη στάθηκε η συνεργασία του με το σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο μέσα από την προσπάθεια και την κοινή συμβολή τους στη γέννηση του λεγόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Βασική συνισταμένη της κινηματογραφικής γλώσσας και κριτικής του Ραφαηλίδη είναι η απόπειρα μιας ιδιάζουσας φιλοσοφικής ανάλυσης ως προς τον τρόπο προσέγγισης των κινηματογραφικών ταινιών, με έναν αυστηρό και ειρωνικό τρόπο έκφρασης και με ιδιαίτερη έμφαση στην αισθητική απόδοση και τα πολιτικά-ιστορικά μηνύματα των κινηματογραφικών εικόνων.

Από την άλλη η ενασχόληση του Βασίλη Ραφαηλίδη με τα ιστορικά ζητήματα γίνεται με εκλαϊκευμένο ύφος. Η αφήγηση δεν τεκμηριώνεται και ούτε γίνεται προσπάθεια για ουδέτερη στάση, αλλά κυριαρχεί ένας έντονα επιθετικός τρόπος έκφρασης. Σύμφωνα με σχετική ρήση του ίδιου, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974, εκδόσεις Του Εικοστού Πρώτου:

Σε μια διαλεκτική αντίληψη των πραγμάτων, αν δεν υπήρχε άρνηση, δεν θα υπήρχε ούτε κατάφαση.
    
Οι αναφορές του στα μέρη όπου γεννήθηκε είναι πολύ συχνές και συναισθηματικά φορτισμένες στο βιβλίο του Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο: Η ζωή ενός ταλαίπωρου Έλληνα, εκδόσεις Του Εικοστού Πρώτου. Από τις διηγήσεις αυτού του βιβλίου σταχυολογούμε μια ιστορία που διαδραματίζεται στα τέλη του Μεσοπολέμου, συγκεκριμένα το έτος 1939, στον τότε ποταμό Αλιάκμονα (σσ. 32-34):

Στο Βελβενδό, το χωριό της μάνας μου, όπου ήδη είχε αποσπασθεί κι ο πατέρας μου στο εκεί Αστικό Σχολείο, πρωτάκουσα το όνομα Τούρκος. Τα μεγάλα παιδιά του Αστικού Σχολείου (έτσι είχε βαφτίσει ο Μεταξάς τα αγροτικά ημιγυμνάσια), που έρχονταν σπίτι μας να κουβεντιάσουν με τον καθηγητή τους (πάντα το σπίτι μας ήταν κάτι σαν παράρτημα του σχολείου) επέμεναν πως στο χωριό Ίμερα, στην άλλη όχθη του Αλιάκμονα, σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων απ’ το Βελβενδό, κατοικούν Τούρκοι.

Φέρνει, λοιπόν, μια μέρα σπίτι, τους μαθητές ο πατέρας μου, για να τους πείσει και εξωσχολικά πως οι κάτοικοι των Ιμέρων δεν είναι Τούρκοι, αλλά τουρκόφωνοι Έλληνες πρόσφυγες από την περιοχή της Καππαδοκίας, που ξέχασαν τη γλώσσα τους, έτσι που ήταν απομονωμένοι για αιώνες στο κέντρο της Μικράς Ασίας. Και οργάνωσε για την άλλη μέρα εκδρομή στα Ίμερα για μια επιτόπου εποπτική διδασκαλία.

Πήρε μαζί και μας. Αυτό το “εθνολογικό” (sic) ταξίδι, το πρώτο ταξίδι της ζωής μου που θυμάμαι, ήταν για μένα μια συγκλονιστική περιπέτεια. Διασχίσαμε τον Αλιάκμονα με μια τεράστια σχεδία από κορμούς δέντρων. Ένας ταλαίπωρος “Τούρκος” από τα Ίμερα βογκούσε, τραβώντας το σχοινί που ήταν δεμένο σε δυο παλούκια στις δυο όχθες του ποταμού, κάνοντας τη σχεδία να κινείται με τη δύναμη των μπράτσων του και μόνο.

Έβλεπα και θαύμαζα, μια το ήρεμο ποτάμι, μια τη σχεδία και μια το γίγαντα που κρατούσε το ποτάμι στα χέρια του. Ο “Τούρκος” ήταν ένα τρομερό ον, που είχε έρθει από έναν άλλο κόσμο, πολύ μακριά από τα Ίμερα. Σήμερα, κάθε φορά που ακούω “εξωγήινος” φέρνω στο νου μου αυτόν το γίγαντα περατάρη, που ολομόναχος μάς πήγαινε με το πλεούμενό του από τη μια όχθη του Αλιάκμονα στην άλλη.

Ο Αλιάκμων είναι το προς νότον όριο της εγκατάστασης των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία. Και αυτό το “πρώτον της ζωής μου ταξίδιον” θα μπορούσε να είναι και ένα πέρασμα από την Ελλάδα στη Μικρασία των προγόνων μου. Δηλαδή στην κυρίως ειπείν, από πολιτιστικής απόψεως, Ελλάδα, δεδομένου ότι αυτό που ονομάστηκε ελληνικός πολιτισμός, πρωτεμφανίστηκε στη Μικρασία.

Έπρεπε λοιπόν, τώρα, τα μεγαλύτερα παιδιά του σχολείου του πατέρα μου να διαπιστώσουν με τη βοήθεια του δασκάλου τους πως από την άλλη πλευρά του ποταμού κατοικούσαν επίσης Έλληνες, κι ας μιλούσαν τουρκικά.

Θυμάμαι το μικρασιάτη πατέρα μου, που ο πατέρας του καταγόταν από όπου και οι κάτοικοι των Ιμέρων, που μόλις είχαμε επισκεφτεί, να χειρονομεί και να φωνάζει πάνω στη σχεδία, στην επιστροφή. Χρόνια αργότερα όταν τον ρώτησα, μου είπε πως προσπαθούσε να πείσει τους μαθητές του πως στα Ίμερα δεν κατοικούν Τούρκοι. Μάταιος κόπος. Κανείς δεν πείστηκε. Οι κάτοικοι των Ιμέρων μιλούσαν τουρκικά, άρα ήσαν Τούρκοι. Τελεία λογική και παύλα εθνολογική.

Όμως, ούτε εγώ φαίνεται πως πείστηκα τότε. Και οι υποψίες μου για ένα πιθανό λάθος του πατέρα μου μεγάλωναν με το χρόνο. Το 1945, με τη λήξη του πολέμου, ήμουν πια απόλυτα βέβαιος πως οι κάτοικοι των Ιμέρων ήταν Τούρκοι. Και μάλιστα… γερμανικής καταγωγής. Διότι στη διάρκεια της κατοχής σχεδόν όλοι τους είχαν πάει με τη μεριά των Γερμανών.

Οι καημένοι, δεν αισθάνθηκαν ποτέ Έλληνες, έτσι που Τούρκους τούς ανέβαζαν, Τούρκους τούς κατέβαζαν. Φαίνεται πως στο τέλος πίστεψαν και οι ίδιοι, όχι πως είναι Τούρκοι, αλλά πως είναι ξένοι, και μάλιστα εχθροί των άλλων Ελλήνων. Και σαν ξένοι που ένιωθαν σε ξένο τόπο, συνεργάστηκαν ομαδικά με άλλους ξένους, που είχαν κατακτήσει έναν ξένο τόπο, που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν δικός τους. Ο ελληνικός δοσιλογισμός έχει και μια πλευρά εντελώς πρωτόγονη, που πατάει γερά στην αμάθεια. Για την οποία, βέβαια, δεν φταιν οι αμαθείς. Πιο σωστά, φταιν οι αμαθείς, αλλά της άλλης όχθης, αυτής στην οποία ζούσαν οι μαθητές του πατέρα μου.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης πέθανε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 σε ηλικία 66 ετών. Ετάφη στην Πάτρα, σε οικογενειακό τάφο μαζί με τους γονείς του, κάτι που (κάπως προφητικά) είχε περιγράψει σε ανύποπτο χρόνο στο ανωτέρω βιβλίο (σελ. 25):

Η μάνα μου η ΕΛΑΣίτισσα, η αντάρτισσα, η Μακεδόνισσα, η περιφερόμενη σε όλη της τη ζωή μάνα μου, τελικά άραξε σε έναν οικογενειακό τάφο, στο δεύτερο Δημοτικό Νεκροταφείο της Πάτρας. Να λοιπόν πώς δημιουργούνται οι κομμουνιστικές “οικογενειακές εστίες”, στην Ελλάδα. Εντός των νεκροταφείων σε οικογενειακούς τάφους».

  
eve_kaplanoglou17
 

Σχολιάστε