Μη μου λησμονάτε τη χώρα μου – Του Παναγιώτη Τσολάκη

Η ευγενική και αγωνιώδης αυτή επίκληση, παράκληση του ποιητή, προς τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης, είναι αναγκαία και απαραίτητη σήμερα, όσο ποτέ, να γίνει προς την γενιά μου και τους νεώτερους.

Δεν χρειάζεται να έχει την ποιητική, στοχαστική, νοηματική και υπερβατική επίκληση, παρά μόνο την σκληρή αλήθεια προς υπαρκτά πρόσωπα και στην πραγματικότητα που βιώνουν και η οποία προδιαγράφει  το μέλλον.

Μην πυροβολείτε την χώρα σας!

Είναι παράλογο, είναι άτοπο, είναι νοσηρό, νέοι άνθρωποι, με γνώσεις και με την νεανική ορμή που εμπεριέχει το φυσικό δίκαιο της νεότητας, να πλαισιώνουν πολιτικούς και αυτοδιοικητικούς, οι οποίοι είχαν και έχουν  την απόλυτη ευθύνη, ως ηγέτες και καθοδηγητές της χώρας και των τοπικών κοινωνιών, και οι οποίοι ευθύνονται για την σημερινή νοσηρή πραγματικότητα. Ευθύνονται για αυτό το σαθρό και σάπιο δημιούργημα που θα παραδώσουν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.

Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ποτέ δεν παραδέχτηκαν, δεν ομολόγησαν και δεν μετανόησαν για αυτό το δημιούργημα τους.

Κι αν ο ποιητής επικαλείται την «δοξαστική μυρσίνη», δείχνοντας της αγάπης αίματα και τις πληγές, αυτοί οι σημερινοί «άρχοντες» επικαλούνται τους δανειστές για να δικαιολογήσουν πως η «μυρσίνη» πρέπει να συμπεριφέρεται ως ξεπεσμένη πόρνη, σκύβοντας και κάνοντας τα θελήματα των βίαιων και άξεστων βιαστών της.

 Μας έκλεισαν σε συρματοπλέγματα. Μας στέρησαν τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης και την δοξαστική μυρσίνη. Μας αφαίρεσαν το φως που οδηγεί στο όνειρο. Μας αφαίμαξαν την περηφάνια και την αξιοπρέπεια. Μας σκοτείνιασαν τον ορίζοντα. Ευνουχίζουν ακόμα και τις ελπίδες μας, για την δημιουργία του αυριανού μας μέλλοντος.

Κατασκεύασαν και δημιούργησαν ελεγχόμενες και περιορισμένες διαδρομές, για να μην αποτελέσουμε κίνδυνο αλλαγής.  

Και οι νέοι τι κάνουμε; Καμιά αντίδραση, καμιά προσπάθεια, καμιά μάχη. Λιποτάκτες του νοητού ήλιου της δικαιοσύνης και της δοξαστικής μυρσίνης.

Απλά κατηγορούμε τους γονείς μας γιατί αποδέχτηκαν, ανέχτηκαν ή συναίνεσαν στην δημιουργία της σημερινής ζοφερής και τραγικής πραγματικότητας, χωρίς να αναλογιστούμε ότι το ίδιο θα ακούσουμε και εμείς από τα παιδιά μας.

Ότι ανεχτήκαμε, συμβιβαστήκαμε, δεν αντιδράσαμε, δεν παλέψαμε. Βολευόμασταν!

Θα συνεχίσουμε να συμπορευόμαστε μαζί τους; Θα τους δώσουμε το δικαίωμα να αθωώνονται με το πρόσχημα της ανανέωσης και της μετάγγισης νέου αίματος;

Όταν το νέο αίμα ενώνεται με το μολυσμένο, το μολυσμένο δε θα θεραπευτεί ποτέ. Αντίθετα θα μολύνει και το καινούργιο!

Αυτό θέλουν, αυτό επιδιώκουν, αυτό επιχειρούν. Αρρωστημένες καταστάσεις και αρρωστημένες γενιές για να εκμεταλλεύονται τις κοινωνίες.  

Ξέρουμε όλοι πως ακόμα και τα λιοντάρια, όταν βγαίνουν για κυνήγι, τα αδύναμα και αρρωστημένα ζώα ψάχνουν και εντοπίζουν μέσα στο κοπάδι. Απλά τα ζώα δεν έχουν την λογική να αρρωστήσουν και να μειώσουν την ισχύ του κοπαδιού για να έχουν άφθονη και άνετη τροφή, χωρίς να χρειάζονται μάχες και θανάσιμοι τραυματισμοί.

Οι άνθρωποι όμως έχουν νου και κάποιοι τον χρησιμοποιούν όχι για να εξυγιάνουν τις κοινωνίες (έτσι δεν θα είναι του χεριού τους) αλλά να τις αρρωστήσουν, να τις αποδυναμώσουν για να είναι ευάλωτες και αδύναμες στις ορέξεις τους!

Όχι συμμετοχή – όχι ψήφο σε αυτούς που έτσι σκέφτονται και έτσι ενεργούν.
Είναι σαν να πυροβολούμε τον εαυτό μας, την οικογένειά μας, τον τόπο μας, την χώρα μας, την ιστορία και τις αξίες μας.

Από το σπίτι, τα σχολεία, την ιστορία και τους φιλοσόφους μας, μάθαμε να παλεύουμε και να ματώνουμε για την τιμή της χώρας, την τιμή της κοινωνίας, την τιμή της οικογένειας, την τιμή του εαυτού μας, για την τιμή του ανθρώπου.

Για αυτήν την τιμή αξίζει να παλέψουμε και να ματώσουμε. Γιατί η Ελλάδα έγινε θρύλος και ιστορία από το πλεόνασμα ελευθερίας και πνεύματος.

Σήμερα μας ζητάνε να ματώσουμε για άλλου είδους πλεονάσματα, για να έχουν ζωτικό πλεόνασμα τη χώρα μας οι ισχυροί.

Μια χώρα που τόσο έντεχνα υμνεί  ο Ελύτης αποδεικνύοντας το σπάνιο και ανεκτίμητο πλεόνασμα που διαθέτει και κάνει τα όποια οικονομικά μεγέθη να καίγονται από την λάμψη και τις δυνάμεις που εκπέμπει, όπως κάθε σώμα που πλησιάζει τον φυσικό αλλά και τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης του πνεύματος και του φωτός.

Του Παναγιώτη Τσολάκη

Σχολιάστε