Ομιλία Π. Κουκουλόπουλου για την αναδιοργάνωση της ΕΛ.ΑΣ.

Κυρία Πρόεδρε, στους Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μας συμβαίνει πολλάκις αυτό που θα σας πω, να νιώθουμε δηλαδή πολύ συχνά, ιδιαίτερα μέσα σε αυτήν την Αίθουσα, τη ζωτική ανάγκη για τη χώρα να ξαναδυναμώσει η μεγάλη δημοκρατική παράταξη, της οποίας το ΠΑΣΟΚ είναι ο βασικός πυρήνας.

Βλέπω και συναδέλφους με τους οποίους εξελέγημεν μαζί και οι οποίοι αποχώρησαν και άλλους συναδέλφους αριστερότερα, που θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, να επιλέγουν πεισματικά να κάνουν κάτι άλλο.
Πιστεύω ότι πρέπει να διανεμηθεί η τοποθέτηση, η αντιπαράθεση των δύο εκπροσώπων- ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ- σε όλους τους Βουλευτές και να την μάθουν όλοι οι Έλληνες για να δουν μία ψευδεπίγραφη πόλωση που κινείται μεταξύ ακρότητας και αφέλειας. Είναι δύο τοποθετήσεις που –λυπάμαι- δεν συμβάλλουν σε καμία υπόθεση. Καμία από τις δύο αντιλήψεις δεν πάει με τίποτα μπροστά τα πράγματα για τη χώρα. Και οι δυνάμεις του πατριωτισμού, της λογικής και της ευθύνης, οι δυνάμεις της δημοκρατίας πρέπει να ξαναβρούν κοινό βηματισμό. Αυτό είναι το πολιτικό συμπέρασμα της συζήτησης που προηγήθηκε.
Θα μπορούσα να απαντήσω και στον κ. Λαφαζάνη και στον κ. Βορίδη για το ποια ήταν ακραία και ποια ήταν αφελή. Δεν θέλω, όμως, να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Θέλω, να πω πέντε απλές και καθαρές κουβέντες. Μίλησα για ακρότητες και αφέλειες. Θα προσπαθήσω να το αποδείξω.

Πρώτον, για τις αφέλειες. Μιλάμε για ένα θέμα που είναι η ασφάλεια του πολίτη. Γι’ αυτό μιλάμε. Είναι ο πυρήνας του θέματος θεωρητικά, ιδεολογικά, όπως και να το πάρουμε. Μιλάμε, λοιπόν, για το πώς μπορεί να διαρθρωθεί καλύτερα η Ελληνική Αστυνομία και η Πυροσβεστική Υπηρεσία έτσι ώστε στον τομέα της ασφάλειας να παρέχει τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες στον Έλληνα πολίτη. Μάλιστα!
Θέλω, λοιπόν, να πω στους ιστορικά αφελείς, που έχουν μείνει σε παρωχημένες θεωρίες, ότι το ζήτημα της ασφάλειας μαζί με αυτό της άμυνας, της υγείας, της παιδείας και της ασφάλισης είναι τα πέντε ελάχιστα σημεία στα οποία συμφωνούν όλες οι θεωρίες για το κράτος. Είναι τα ελάχιστα που πρέπει να εγγυάται το σύγχρονο κράτος στον πολίτη. Όλες οι θεωρίες, ανεξαρτήτως εάν θέλουν μεγάλο ή μεγαλύτερο, μικρό ή μικρότερο κράτος σε αυτά τα πέντε συμφωνούν απόλυτα. Άρα, μιλάμε για απόλυτα σκληρό πυρήνα κρατικών υποθέσεων.
Οπότε, δεν ισχύουν οι θεωρίες με τις οποίες και εμείς μεγαλώσαμε συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ, περί του ότι η Αστυνομία δεν είναι ουδέτερη, ναι, ουδέτερη δεν ήταν ποτέ και δεν είναι. Είναι, όμως, μια καθολικά αποδεκτή και απαιτητή υπηρεσία, ένα καθολικά αποδεκτό και απαιτητό Σώμα από τους πολίτες της σύγχρονης κοινωνίας. Διότι το αγαθό της ασφάλειας είναι μη διαπραγματεύσιμο από όλους τους πολίτες, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, σε όλα τα ανεπτυγμένα κράτη.

Και βέβαια η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση της σύγχρονης οπτικής που υπάρχει για τα προβλήματα τάξης και ασφάλειας σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Δηλαδή, να πω τι; Ας μην μιλάω για άλλες χώρες, ας μιλήσω για την Ελλάδα.

Στέκονται οι θεωρίες, με τις οποίες τσακωνόμασταν στα αμφιθέατρα της Μεταπολίτευσης; Ο κ. Κακλαμάνης μπορεί να μας πει για τα αμφιθέατρα του 114 της δεκαετίας του ’60. Στέκονται οι θεωρίες εκείνες, όταν έχουμε μπροστά μας το κοινωνικό προφίλ της νέας γενιάς της τρομοκρατίας στην Ελλάδα; Από την ανέχεια πηγάζει η νέα γενιά τρομοκρατίας; Δεν φαίνεται κάτι τέτοιο.
Από άλλα κοινωνικά στρώματα αντλούνται και στρατολογούνται στους πυρήνες της φωτιάς. Αυτό λέει τουλάχιστον το προφίλ μέσα από μια απλή παρατήρηση των συλληφθέντων μέχρι τώρα. Δεν στέκονται –να πω- οι μονοκόμματες, οι απλουστευτικές θεωρίες, ότι υπάρχει ανέχεια, άρα υπάρχει και τρομοκρατία. Αυτά μπορεί να ίσχυαν παλιότερα.

Δεύτερον, δεν έχουμε μορφές πρωτόγνωρης εγκληματικότητας και πρωτόγνωρης ανάπτυξης πρακτικών που έχουν σχέση με ναρκωτικά, εμπόριο ανθρώπων, trafficking και όλα τα υπόλοιπα μετά την απόλυτη κατάρρευση του κοινωνικού ιστού στον παλιό υπαρκτό σοσιαλισμό;

 Δεν τα έχουμε και στην πατρίδα μας αυτά; Δεν είναι φαινόμενα τα οποία αυτοτελώς πρέπει μία συντεταγμένη και σύγχρονη πολιτεία να τα αντιμετωπίσει; Είναι δυνατόν, με παρωχημένες αντιλήψεις, με κλασσικές αντιλήψεις γύρω από το κράτος, από το ζήτημα της ασφάλειας, του ρόλου του δυνάμεων τάξης και ασφάλειας να δώσουμε απαντήσεις στον Έλληνα πολίτη σήμερα; Τι απαντάμε, συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης;

Να σας το πω απλά, διότι μιλάμε μονίμως για τις διαδηλώσεις και την Αθήνα. Τι λέμε αυτή τη στιγμή όλοι μας, όλες οι πτέρυγες της Βουλής –που πριν από λίγες μέρες «ορκιστήκαμε» όλοι μαζί στο πόσο πολύ, όλοι ανεξαίρετα πιστεύουμε στη δύναμη του πρωτογενούς τομέα και πώς αυτός μπορεί να συμβάλλει στη μεγάλη προσπάθεια της χώρας να ξεφύγει από την κρίση- στον κάτοικο της υπαίθρου που συχνά-πυκνά διαμαρτύρεται, κύριε Υπουργέ, ότι όλες αυτές οι αναδιαρθρώσεις τους έχουν δώσει ένα αίσθημα ανασφάλειας;
Ξέρετε, ως Πρόεδρος της ΚΕΔΚΕ και προσωπικά είχα υποστηρίξει με πάθος και σθένος την κατάργηση των μονοπρόσωπων σταθμών με τον ταβλαδόρο –να πω- χωροφύλακα που είχαμε ξεχάσει κάποτε στα χωριά. Αλλά, επειδή δεν πάνε καλά οι κινητές περιπολίες, ελάτε να πάμε μαζί οπουδήποτε στην ύπαιθρο και θα δείτε τους κατοίκους να διαμαρτύρονται ότι νιώθουν ανασφάλεια! Αυτοί τι είναι, δεξιοί και αριστεροί; Σου λένε βάζοντάς σου το θέμα της ανασφάλειας: «Νιώθω ανασφάλεια. Είμαι νέος άνθρωπος, θέλω να κάνω εδώ οικογένεια, θέλω να παράγω εδώ και φοβάμαι να αφήνω τη σύζυγό μου και τα παιδιά μου πίσω διότι νιώθω μια ανασφάλεια».

Το θέμα, λοιπόν, της ασφάλειας δεν χρειάζεται να το αναλύσω περισσότερο. Δεν χρειάζεται παρά να έχει κανείς στοιχειώδη επαφή με τους Έλληνες πολίτες για να καταλάβει ότι και στην Ελλάδα είναι ζήτημα που έχει αλλάξει από τις παλιότερες κλασικές λογικές.

Όμως, από την άλλη πλευρά, θέλω να πω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα, η οποία είναι επιβαρυμένη από μια δικτατορία. Πέρασαν σαράντα χρόνια από την πτώση της. Είναι κάτι λιγότερο από δύο γενεές. Δεν έχει φύγει από τις μνήμες του ελληνικού λαού.

Επίσης, τα Σώματα Ασφαλείας, μέχρι να κάνει τη μεγάλη τομή το ΠΑΣΟΚ, ήταν το απόλυτο πεδίο βολής του κομματικού και πελατειακού κράτους ή κάνω λάθος; Εγώ μεγάλωσα στη Μακεδονία και την περίοδο της δικτατορίας και δεν άλλαξε αυτό μετά το 1974-  όλοι οι χωροφύλακες ήταν από την Κρήτη στη δική μου την πατρίδα.

Άρα, λοιπόν, ο Έλληνας πολίτης ήταν καχύποπτος. Σε αυτό το ζήτημα, αφενός μεν τα προβλήματα στα οποία αναφέρθηκα και αφετέρου οι επιτυχίες της ΕΛΑΣ, με κορυφαία την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» και μια σειρά θεσμικές αλλαγές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, έχουν αλλάξει ριζικά την αντίληψη των Ελλήνων πολιτών για την Ελληνική Αστυνομία. Η ελληνική κοινωνία έχει συμφιλιωθεί πλέον με την Ελληνική Αστυνομία και αυτό είναι το κεντρικό ζητούμενο της μεταρρύθμισης που πρέπει να διαφυλάξουμε.

Εμείς ζητήσαμε, κύριε Υπουργέ –και το ξέρετε, από την πρώτη μέρα που είχα παραστεί στη συζήτηση διότι απουσίαζε ο εισηγητής μας- να υπάρξει όσο γίνεται περισσότερος χρόνος στην κουβέντα για να κάνουμε μια σειρά από  προτάσεις που είχαν μια κεντρική στόχευση που την ξέρετε και είμαστε ικανοποιημένοι γι’ αυτά που έχουν γίνει αποδεκτά και επιμένουμε σε αυτά που εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε.
Είχαμε μια ενότητα προτάσεων: Πρώτον, επιμένουμε στο διαρθρωτικό θέμα, ότι δηλαδή δεν μπορεί το Λεκανοπέδιο να μας παρασύρει σε μία λογική οργάνωσης –δίκην «κρεμαστών κήπων»- με ξεχωριστά αρχηγεία σε όλη τη χώρα. Δεν είναι δυνατόν οπουδήποτε στην ελληνική περιφέρεια να υπάρχουν στεγανοποιημένα κομμάτια της ΕΛΑΣ. Νομίζω έχει βελτιωθεί απόλυτα το νομοσχέδιο σε αυτόν τον τομέα και πραγματικά το στηρίζουμε, διότι κάνει βήματα μπροστά και σε κάποιες περιπτώσεις κάνει και άλματα. Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι γιατί θέλουμε μια πιο αξιόμαχη, πιο ευέλικτη, πιο ανθρώπινη, ολοένα πιο σύγχρονη Αστυνομία.

Το δεύτερο σημείο των παρεμβάσεών μας αφορούσε ακριβώς το λεπτό ζήτημα της σχέσης κοινωνίας και Ελληνικής Αστυνομίας, δηλαδή πώς το βλέπει η κοινωνία. Εδώ πιστεύουμε, κύριε Υπουργέ, ότι θα πρέπει να μπει φραγμός. Πρέπει να κλείσουν όχι απλά πόρτες και παράθυρα, αλλά και χαραμάδες σε ό,τι έχει να κάνει με την απόλυτη διαφάνεια όχι απλά στην διαχείριση των πόρων, αλλά κυρίως στην διαχείριση των ανθρώπων από την πρόσληψή τους μέχρι την εξέλιξή τους σε ανώτερο επίπεδο.

Ξέρετε πολύ καλά ότι επιμείναμε ιδιαίτερα –και είμαστε ικανοποιημένοι- για τα θέματα εκπαίδευσης που πρέπει όμως να ξεκινήσουν άμεσα, αλλά επιμένουμε πάρα πολύ ότι και το θέμα των κρίσεων και στο τέλος και της επιλογής ηγεσίας της ΕΛΑΣ πρέπει να γίνει με απόλυτη δημοσιότητα, διαφάνεια και με συμμετοχή της Βουλής.

Επίσης, χαιρετίζω αυτό που είπατε στο κλείσιμο της ομιλίας σας ότι και για τα προεδρικά διατάγματα θα υπάρξει ενημέρωση της αρμόδιας Επιτροπής. Τα θεωρούμε πολύ βασικά σημεία αυτά και όχι γιατί δεν έχουμε κάποια εμπιστοσύνη. Δεν υπάρχει ζήτημα περισσότερης ή λιγότερης εμπιστοσύνης, υπάρχει όμως ένα κεντρικό θέμα. Το κεντρικό θέμα της χώρας είναι ότι η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιστρέψει σε μετεμφυλιακές και τέτοιου τύπου λογικές. Η σχέση των Σωμάτων Ασφαλείας με την ελληνική κοινωνία έχει αποκατασταθεί πλήρως και δεν πρέπει να διαρραγεί. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα των δικών μας παρεμβάσεων.

Πρέπει διαρκώς να πασχίζουμε να βελτιώνουμε το αξιόμαχό της, να ενδιαφερόμαστε όσο γίνεται περισσότερο για τα προβλήματα του προσωπικού της, του ανθρώπινου δυναμικού που την στελεχώνει, να ενδιαφερόμαστε για τον εκσυγχρονισμό της, για να είναι πιο κοντά στις εξελίξεις. Προφανώς, και χρειάζεται ιδιαίτερη μέριμνα και επιχειρησιακή οργάνωση για τους αλλοδαπούς. Για όνομα του Θεού! Ζούμε στην εποχή με τις μεγαλύτερες μεταναστευτικές ροές. Γιατί μιλάμε για το αυτονόητο και χάνουμε χρόνο για αυτονόητα πράγματα;

Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να χαμηλώσουν οι τόνοι. Εμείς κάνουμε μία δέσμη προτάσεων, στην οποία αναφέρθηκε και ο Εισηγητής μας, ο κ. Τριαντάφυλλος, αναλυτικά το πρωί. Εγώ επανέλαβα ενδεικτικά τους τομείς των παρεμβάσεών μας. Επιμένουμε σε μία σειρά από παρεμβάσεις, κύριε Υπουργέ, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν ούτε με συντεχνιακά και συνδικαλιστικά αιτήματα ούτε με τίποτε άλλο. Σας είπα με τι ακριβώς έχουν να κάνουν.

Πρέπει να καταφέρουμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα. Το αίτημα της ασφάλειας είναι και στην Ελλάδα καθολικό αίτημα των πολιτών. Υπάρχει ένα ιστορικό βάρος, από το οποίο έχει απαλλαγεί η Ελληνική Αστυνομία και δεν έχει δικαίωμα κανένας μας να της το ξαναφορτώσει. Κανένας, ούτε οι ένστολοι, ούτε η πολιτική ηγεσία, ούτε οι Βουλευτές, ούτε τα κόμματα, ούτε κανένας. Η Ελληνική Αστυνομία πρέπει να είναι η πιο αγαπημένη υπηρεσία των Ελλήνων πολιτών. Αυτό πρέπει να επιδιώξουμε -ας μάθουμε να μιλάμε άφοβα- και το νομοσχέδιο συμβάλλει με πολλές επιλογές και τομές που κάνει προς αυτή την κατεύθυνση, γι’ αυτό και το στηρίζουμε.

Πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε και άλλα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, γιατί η ασφάλεια, όπως είπα ξεκινώντας -και με αυτό ολοκληρώνω- είναι μαζί με άλλα τέσσερα στοιχεία, την υγεία, την παιδεία, την ασφάλιση και την άμυνα, στην πεντάδα του σκληρού πυρήνα των κρατικών υποθέσεων για ένα σύγχρονο κράτος που σέβεται τον εαυτό του, δηλαδή τους πολίτες του.

Σχολιάστε