Ομιλία Κουκουλόπουλου για την κατάργηση φορέων του Δημοσίου τομέα

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να πω συγκεκριμένα –μιας και είμαστε στη συζήτηση επί των άρθρων- τα εξής: Πρώτον, έχουμε καλυφθεί -και δεν τοποθετούμαι- σε ό, τι σχετίζεται με τις τροπολογίες των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών. Θα προσέλθουν οι Υπουργοί Εσωτερικών και ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, –απ’ ό,τι ακούσαμε- επομένως δεν τοποθετούμαι γι’ αυτές τις τροπολογίες. Να ακούσουμε πρώτα τις εξηγήσεις για να τοποθετηθούμε.

Δεύτερον, σε ό,τι σχετίζεται με την αξιολόγηση θα ήθελα να πω τα εξής: Προφανώς και στηρίζουμε το νομοσχέδιο. Το κάναμε σαφές και με τον Εισηγητή μας, με τους ομιλητές μας και διά του ομιλούντος χθες. Απλά θέλω να επαναλάβω πολύ καθαρά αυτό που έχουμε πει από την πλευρά μας οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Θα θέλαμε κάτι πιο ολοκληρωμένο, πιο προωθημένο, πιο καινοτόμο, πιο σύγχρονο, αλλά πάνω απ’ όλα θέλουμε να περάσει η έννοια της αξιολόγησης στο δημόσιο. Είναι ζήτημα αρχής. Δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω.

Προφανώς, έχουμε παρατηρήσεις, αλλά εάν δεν περάσει η έννοια της αξιολόγησης μία φορά συνολικά και υποχρεωτικά για το δημόσιο, δεν θα περάσει καμία φορά. Έχουμε όλο το χρόνο για να κάνουμε βελτιώσεις και διορθώσεις -και στο άμεσο μέλλον και μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα- όχι όμως να κάνουμε πίσω. Είναι ο μεγάλος αναχρονισμός, είναι μαύρη κηλίδα –κυριολεκτικά- στο δημόσιο το ότι δεν έχουμε βρει τρόπους ακόμη να αξιολογούμε προσωπικό και δομές.

Τρίτο σημείο είναι το εξής: Κύριε Υπουργέ, σε ό,τι σχετίζεται με τον επανέλεγχο των συμβάσεων -το άρθρο 43- θα ήθελα να πω ότι η διατύπωση φαίνεται καταρχάς στο μάτι ή στο αυτί όταν τη διαβάζεις ή όταν την ακούς αντιστοίχως, να είναι εύλογη. Νομίζω όμως ότι πρέπει να την ξεκαθαρίσουμε. Εγώ σας δίνω ως τροπολογία μια νομοτεχνική βελτίωση και θέλω να τη διαβάσω για να την ακούσουν όλοι οι συνάδελφοι.

Εμείς προτείνουμε να προσθέσουμε συγκεκριμένα ότι αντί για νόμιμη διαδικασία γενικά και αόριστα, να λέμε «εφόσον τα διοικητικά όργανα που μετέτρεψαν τη σχέση εργασίας σε αορίστου χρόνου παρασύρθηκαν στην έκδοση των σχετικών πράξεων από απατηλή ενέργεια του ενδιαφερομένου ή στηρίχθηκαν για την έκδοση των ανωτέρω πράξεων σε ψευδείς ή πλαστές βεβαιώσεις».

Πρέπει να μιλάμε, δηλαδή, καθαρά για εξαπάτηση ή έκδοση πλαστού πιστοποιητικού. Δεν είναι δυνατόν, αν έχουν γίνει λάθη ή και παρατυπίες ακόμα από τη διοίκηση χωρίς καμία προσωπική ευθύνη του υπαλλήλου, να ζητάμε ευθύνες από αυτούς που μετετράπησαν οι συμβάσεις τους το 1994 -είκοσι χρόνια μετά- και ενώ έχει παρέλθει κάθε έννοια ευλόγου διαστήματος. Έχουμε ευθέως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από την πλευρά της διοίκησης. Δεν θέλω να παραμείνω άλλο στο νομικό. Όμως, πρέπει να το οριοθετήσουμε πολύ καθαρά.

Αυτός που εξαπάτησε ή στηρίχθηκε η μονιμοποίησή του σε πλαστές βεβαιώσεις και πλαστά δικαιολογητικά προφανώς πρέπει η περίπτωσή του να φτάσει ως το τέλος. Δεν υπάρχει καμιά αντίρρηση επ’ αυτού. Προφανώς έστω και αναδρομικά πρέπει να αποδοθεί δίκαιο.
Εν πάση περιπτώσει, δίνω την τροπολογία, κύριε Υπουργέ, να τη δείτε. Ως το τέλος έχουμε χρόνο, μιας και θα έρθουν και άλλοι Υπουργοί να μιλήσουν. Θα θέλαμε μια απάντηση σε αυτό, γιατί νομίζω ότι δεν πρέπει να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Ίσα-ίσα πρέπει να δώσουμε ένα καθαρό μήνυμα ότι οι παρανομίες και οι λαθροχειρίες ακόμα και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια, ναι,  μπορεί να αποκαλυφθούν και να τιμωρηθούν. Άλλο είναι αυτό και άλλο είναι το άλλο. Νομίζω είναι πάρα σαφές αυτό που λέμε.

Όσον αφορά το άρθρο 41, κύριε Υπουργέ, παρ’ όλες τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που χαιρετίσαμε εχθές και ο Εισηγητής μας και εγώ υπάρχει μία ασάφεια και μία απόσταση από μία θέση που σας έχουμε πει πάρα πολύ καθαρά και στην Επιτροπή και στην Ολομέλεια. Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το ένα είναι ότι η διατύπωση είναι ασαφής και στις 22 Μαρτίου, δηλαδή την άλλη εβδομάδα, λήγει η οκτάμηνη περίοδος διαθεσιμότητας για πάρα πολλές κατηγορίες, όπως είναι οι σχολικοί φύλακες, οι εκπαιδευτικοί των ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ και πάει λέγοντας.
Δεν προκύπτει ευθέως η παράταση του χρόνου διαθεσιμότητας, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι το ΑΣΕΠ –και καλώς, αν θέλετε- επειδή κάνει ενδελεχή έλεγχο στα δικαιολογητικά, έχει καθυστερήσει. Ενδεικτικά λέω ότι στους εκπαιδευτικούς δεν έχει εκδοθεί για καμία κατηγορία αποτέλεσμα, ούτε καν για τα δεύτερα πτυχία. Λήγουν διαγωνισμοί αυτήν τη στιγμή και δεν ξέρουν οι εκπαιδευτικοί αν πρέπει να επανυποβάλουν σε άλλη κατηγορία ως ενδιαφερόμενοι ή όχι. Εξ αντικειμένου το οκτάμηνο ήταν μικρό. Δεν βάζουμε ένα γενικότερο ζήτημα, γιατί ξέρουμε ότι το οκτάμηνο ήταν κεντρικό σημείο διαπραγμάτευσης με την τρόικα.
Μετράμε τα λόγια μας και λέμε το εξής: Η διατύπωση πρέπει να είναι απλή, καθαρή και σαφής. Να λέει ότι το καθεστώς διαθεσιμότητας παρατείνεται για όλους, εφόσον εκκρεμούν οι διαγωνισμοί.
Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο.

Και το δεύτερο είναι αυτό που σας έχουμε πει πολύ καθαρά, ότι επειδή όλοι οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία ευκαιρία όντας στο καθεστώς διαθεσιμότητας -εδώ συμπεριλαμβάνει και το ΤΕΟ εκτός από τις γυναίκες σε εγκυμοσύνη και λοχεία που εξαιρέσατε- πρέπει να υπάρξει δέσμευση για το μεγάλο διαγωνισμό για να έχουν όλοι ανεξαιρέτως τη δυνατότητα μίας αίτησης, έτσι ώστε να μην υπάρχει αυτό που λέμε «ξαφνικός θάνατος» για οποιαδήποτε κατηγορία υπαλλήλων. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε διακριτικές συμπεριφορές, άλλοι να μοριοδοτούνται και ουσιαστικά να περνάνε μια ορισμένη περίοδο στη διαθεσιμότητα και άλλοι να βλέπουν κατευθείαν την έξοδο. Δεν γίνεται έτσι. Δεν ικανοποιούμε την κοινή λογική και δεν ανταποκρινόμαστε στο αίσθημα δικαίου. Και έρχομαι στο ΕΙΕΑΔ.
Κύριε Υπουργέ, κάνατε μία πρόταση να πάει η κατάργησή του έξι μήνες πίσω ή κάτι τέτοιο, ώστε να τελειώσει το πρόγραμμα που υλοποιεί. Δεν νομίζω ότι είναι η καλύτερη εκδοχή το να κάνουμε γενικά παρατάσεις.

Και εν πάση περιπτώσει, όπως θα πω στη συνέχεια, τα προγράμματα, γενικά και αόριστα, δεν είναι η αφετηρία της δικής μας τοποθέτησης που ζητάμε να αποσυρθεί το άρθρο. Νομίζω ότι πρέπει να το αποσύρουμε και να κάνουμε αξιολόγηση αν θέλετε του Ινστιτούτου Ανθρώπινου Δυναμικού.
Θέλω λίγο την προσοχή και τη δική σας και όλων των συναδέλφων. Σχετικά με το άρθρο 8, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, άκουσα από τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ να λέει: «Γιατί λέτε τα λέτε αυτά για το Ινστιτούτο Ανθρώπινου Δυναμικού και δεν τα λέτε για κάποιο άλλο νομικό πρόσωπο;».
Δεν είναι ούτε κάποια χαϊδεμένα παιδιά εκεί ούτε φίλοι μας ούτε τίποτα από όλα αυτά.

Εμείς, λοιπόν, προφανώς δεν δίνουμε ούτε καμία μάχη χαρακωμάτων ούτε μάχη οπισθοφυλακής. Αυτή τη στιγμή είμαστε σε μία περίοδο που γίνεται μία  σκληρή διαπραγμάτευση -κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξει- με την τρόικα.  Το βασικότερο όπλο που έχει η Κυβέρνηση στα χέρια της είναι το πρωτογενές πλεόνασμα.
Από το έλλειμμα των 24,5 δισεκατομμυρίων ευρώ που μας είχε παραδώσει η Νέα Δημοκρατία του κ. Καραμανλή, φτάνουμε σε πλεόνασμα που από ό,τι φαίνεται ξεπερνάει τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Πάμε στα 26 δισεκατομμύρια ευρώ και κάτι. Από αυτά τα 26 δισεκατομμύρια ευρώ, τα 22 δισεκατομμύρια οικονομία, δηλαδή εξοικονόμηση, επετεύχθησαν με ψήφους μόνο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. Δεν θέλω να πω περισσότερα.

Πραγματικά -και το λέω με απόλυτη παρρησία και απόλυτη επίγνωση- δεν μπορεί εμάς να μας μιλάει κανείς ούτε για πολιτικό κόστος ούτε για μάχες οπισθοφυλακών. Μάλλον για την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ -και τη σημερινή, όπως έχει συρρικνωθεί αλλά και την αρχική, όπως ήταν όταν ξεκίνησε την προσπάθεια το Μάιο του 2010- σε ό,τι αφορά τα πλεονάσματα και το πρόγραμμα της χώρας ισχύει το ανάλογο που είχε πει ο Τσόρτσιλ για τους Έλληνες.

Μάλλον αυτό πρέπει να μας αναγνωριστεί και όχι ότι είμαστε δύσθυμοι, αμφίθυμοι και ότι τη μία τα λέμε έτσι και την άλλη τα λέμε αλλιώς. Προφανώς αιτιολογημένα λέμε αυτά που λέμε και όχι γιατί μας διέπει κάποιος καιροσκοπισμός ή ένα κριτήριο διακριτικής συμπεριφοράς και μεταχείρισης.
Τελούμε, κύριε Υπουργέ, απόλυτα σε επίγνωση, όταν κάνουμε μια  συγκεκριμένη πρόταση. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί που θέλω να μνημονεύσω, αν και απόντες σήμερα στη Βουλή, που διετέλεσαν Υπουργοί Εργασίας και ήταν μέλη της ηρωικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ μέχρι το Μάιο του 2012, μας στηρίζουν σε αυτό.

Αυτή η στάση μας έχει τη στήριξη του Γιώργου του Κουτρουμάνη  και του Χρήστου του Πρωτόπαππα. Το αίτημα για ονομαστική ψηφοφορία έχει και τη στήριξη και τη συνυπογραφή και του Ανδρέα του Λοβέρδου. Όλοι αυτοί πέρασαν από το Υπουργείο Εργασίας. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι είναι προϊόν γνώσης και όχι εξυπηρέτησης κάποιων. Να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά.
Ολοκληρώνω με το εξής, κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ για την ανοχή σας. Πρώτον, το νομικό πρόσωπο προήλθε από συγχώνευση δύο νομικών προσώπων. Εμείς την κάναμε το 2011.

Δεύτερον, έχει ιδιαίτερα εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό με μεταπτυχιακούς τίτλους, κάτι που δεν συναντάται και πολύ συχνά στο ελληνικό δημόσιο.

Τρίτον, η δημιουργία ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου για να διαχειρίζεται τον ευαίσθητο τομέα της κατάρτισης στην εργασία και της ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τη διατήρηση της απασχόλησης είναι μία  υπόδειξη-πρόταση εδώ και χρόνια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τι γινόταν πριν τη σύσταση αυτού του νομικού προσώπου; Όλα αυτά τα προγράμματα τα διαχειρίζονταν ιδιωτικοί φορείς, εταιρείες. Και σήμερα το κράτος έχει το δικό του προσωπικό το οποίο διαχειρίζεται αυτά τα προγράμματα.
Δεν είναι το πρόγραμμα που μας ενδιαφέρει, κύριε Υπουργέ. Είμαστε σε μία   εποχή που το υπ’ αριθμόν ένα κοινωνικό -εθνικό θα έλεγα- πρόβλημα που απειλεί κυριολεκτικά συθέμελα την ελληνική κοινωνία, τη συνοχή μας είναι η ανεργία. Και ξέρουμε όλοι πολύ καλά, νομίζω, σε αυτή την Αίθουσα ότι τα επόμενα πέντε-δέκα χρόνια οι μισοί και περισσότεροι Έλληνες θα αλλάξουν εργασία.
Το ζήτημα, λοιπόν, της κατάρτισης στην εργασία -όχι γενικά και αόριστα της κατάρτισης- και της ανάσχεσης της ανεργίας είναι οι δύο μείζονες εθνικοί στόχοι που κρατάνε όρθια την κοινωνική συνοχή.
Αυτός είναι ο βασικός προορισμός του Ινστιτούτου. Δεν μπορεί να τα κάνει μια διεύθυνση του Υπουργείου; Είπατε κάποιον αντίλογο. «Όχι, κύριε Υπουργέ»  είναι ευθέως η απάντηση. Δεν μπορεί η δημόσια διοίκηση. Σας είπα και χθες ότι το μεγάλο πρόβλημα της κινητικότητας που εσείς το υφίστασθε ως Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, είναι ότι συμμετέχουν τα Υπουργεία όπως συμμετέχουν. Θέλετε αποδείξεις επ’ αυτού; Ακούστε.

Πρώτον, το αγροτικό πετρέλαιο χρόνια ολόκληρα κάνουμε επιστροφές, μεγάλες ή μικρές. Το κεντρικό ζήτημα των κινητοποιήσεων ήταν  ότι δεν μπορούμε να δώσουμε τις πραγματικές επιστροφές στους πραγματικούς δικαιούχους, ακόμα και μετά το ΟΣΔΕ. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν δικαιούνται επιστροφές και παίρνουν. Αυτή είναι η αλήθεια. Όλοι την ξέρουμε όσοι είμαστε σε αυτήν την Αίθουσα.
Δεύτερον, τα συστήματα εισροών, εκροών ακόμη δεν λένε να εφαρμοστούν.
Τρίτον, όσον αφορά τον ΟΑΕΔ –για να πάμε στο Υπουργείο Εργασίας- πρόσφατα συζητήσαμε μια τροπολογία με την οποία αλλάξαμε κάπως το καθεστώς των επιδομάτων. Χρόνια ολόκληρα παίρνουν περισσότερα λεφτά αυτοί που δίνουν λιγότερα λεφτά στον ΟΑΕΔ και στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Αυτό γίνεται δεκαετίες ολόκληρες. Μιλάμε για τη δημόσια διοίκηση, η οποία ξέρουμε καλά ότι σε μεγάλο βαθμό είναι ακυρωμένη.

Γιατί μιλάω έτσι, κύριε Υπουργέ; Ξέρετε καλά ως μέλος της Κυβέρνησης την εξαγγελία που ήταν πρόταση μας εδώ κι ένα χρόνο. Πέρασε με βέτο του Προέδρου μας και Αντιπροέδρου σήμερα της Κυβέρνησης τον Απρίλη του ’12 η διάταξη, η οποία μιλάει για τη δυνατότητα αυξομείωσης του κόστους του ενσήμου της εργοδοτικής εισφοράς σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Είναι κυβερνητική εξαγγελία ότι πρόκειται να μειωθεί και δεν εφαρμόζεται.

Επειδή ξέρω ότι είστε ένας σύγχρονος πολιτικός, δείτε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Το πρόγραμμα που υλοποιεί σήμερα το ΕΙΕΑΔ, κύριε Υπουργέ, εμάς δεν μας ενδιαφέρει. Θέλουμε να αξιολογηθεί αυτό το πρόγραμμα. Αν πρέπει μετά να είναι μικρότερος ο Οργανισμός, ας είναι. Συμφωνούμε μαζί σας. Δεν έχουμε τέτοια προβλήματα.
Το ζήτημα της αυξομείωσης του κόστους ασφαλιστικής κάλυψης του εργαζομένου –της εργοδοτικής εισφοράς εν προκειμένω- είναι η βασική μέθοδος που ακολούθησε η Φιλανδία από το 1991, μετά την κατάρρευση των αγορών της τέως Σοβιετικής Ένωσης με τις οποίες σχετιζόταν. Βρήκαν οι Φιλανδοί αυτή τη μέθοδο και κράτησαν όρθιο το ασφαλιστικό τους σύστημα.
 
Έχουν ανεβοκατεβάσει το κόστος της εργοδοτικής εισφοράς πέντε, έξι φορές μέχρι τώρα –προσέξτε- όχι οριζόντια, αλλά σε περιοχές και κλάδους που είχαν πρόβλημα και βρίσκονταν σε ύφεση. Μόλις έπαιρναν τα πάνω τους ανέβαζαν αυτό το κόστος.
Αυτό είναι το κεντρικό εργαλείο που χρειάζεται η χώρα, λοιπόν. Είναι το κεντρικό εργαλείο, γιατί έχει μηδενικό δημοσιονομικό κόστος μέσω του λογαριασμού του ΛΑΕΚ.
Έχουμε καταθέσει ολοκληρωμένη πρόταση από το χειμώνα, από τις αρχές του 2012 –δηλαδή πριν δεκαπέντε μήνες- με την οποία –ξαναλέω- με μηδενικό δημοσιονομικό κόστος κρατάμε όρθιες μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
Αν κάποιος πιστεύει ότι η δημόσια διοίκηση με τρόπο άλλο πέραν από ένα συλλήβδην οριζόντιο τρόπο μπορεί να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα, τότε αποσύρουμε και την πρόταση για ονομαστική κι οτιδήποτε άλλο.

Γι’ αυτό κι επιμένουμε ότι το άρθρο πρέπει να αποσυρθεί. Δεν έχουμε καμία αντίρρηση να αξιολογηθεί το Ινστιτούτο, να δούμε αν είναι ικανό προς τούτο, για αυτό που ανέφερα.
Ο σκοπός όμως για τον οποίο εμείς τουλάχιστον συγχωνεύσαμε δύο οργανισμούς και τον οποίο υλοποιεί ήδη σήμερα με την αξιολόγηση είκοσι χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κάνει ακριβώς αυτό. Σε είκοσι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μας πει προς το τέλος του καλοκαιριού σε ποιους κλάδους πρέπει να έχουμε μείωση της εργοδοτικής εισφοράς και σε ποιους όχι.

Είναι δυνατόν όλη αυτή την τεχνογνωσία κι αυτό το εργαλείο εμείς να θεωρούμε ότι είναι ένα πρόγραμμα; Μα, είναι το μείζον πρόβλημα της χώρας.
Ευχαριστώ πολύ.

Σχολιάστε