Η απαξίωση της ΔΕΗ και το φθηνό ρεύμα στις Βιομηχανίες – Άρθρο της Ευγενίας Ουζουνίδου

Στο απόγειό του φτάνει ο κύκλος των ιδιωτικοποιήσεων που άνοιξαν εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Με τις ρητές εντολές της Τρόικας σήμερα ξεπουλιέται άνευ όρων, πλέον, και το τελευταίο  ίχνος δημόσιας περιουσίας.

Σε συνέχεια των ιδιωτικοποιήσεων βασικών κρατικών υποδομών, όπως των λιμανιών (ΟΛΠ), των εθνικών οδικών δικτύων και του δικτύου φυσικού αερίου (ΔΕΣΦΑ), της πώλησης του ΟΠΑΠ και της Αγροτικής Τράπεζας, του κλεισίματος της ΕΡΤ και δεκάδων σχολείων και νοσοκομείων, αλλά βεβαίως και της ιδιωτικοποίησης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), τρόικα και κυβέρνηση προχωρούν τώρα και στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ- με το σχέδιο της «καλής- μικρής ΔΕΗ» στα χνάρια της «Αγροτικής Τράπεζας»- που είναι η πλέον στρατηγικής σημασίας επιχείρηση της χώρας.    

Μετά το ξεπούλημα της ραχοκοκαλιάς της ΔΕΗ, του ΑΔΜΗΕ, προωθείται το σχέδιο της «καλής- μικρής ΔΕΗ», το οποίο περιλαμβάνει το 30% των μονάδων παραγωγής από φυσικό αέριο, υδροηλεκτρικούς και ατμοηλεκτρικούς σταθμούς μαζί με τα ορυχεία και δώρο το 30% του πελατολογίου της επιχείρησης. Σχέδιο που πλήττει άμεσα και καίρια τη Δυτική Μακεδονία, όπου βρίσκονται σημαντικές μονάδες και ορυχεία της επιχείρησης, τα οποία, σύμφωνα με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, θα βγουν αμέσως «στο σφυρί» προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου και εις βάρος της κοινωνίας και των εργαζομένων.

Σε ό,τι αφορά την περιοχή μας, η οποία μαστίζεται από την ανεργία και τη φτώχεια, αξίζει να αναφέρουμε ότι θα βγει η μεγάλη χαμένη από όλο αυτό, καθώς θα βουλιάζει όλο και περισσότερο στην κρίση, τα πολύτιμα εδάφη της θα ιδιωτικοποιούνται, θα συνεχίσει να χάνει πόρους και όλο και περισσότερο θα υποβαθμίζεται.  

Και βέβαια, μετά από αυτό, έπεται η πώληση του 17% των μετοχών της υπόλοιπης ΔΕΗ, που ήδη βρίσκεται στα χέρια του ΤΑΙΠΕΔ, που ως γνωστό, ό τι δεν «αξιοποιείται» από αυτό, εκκαθαρίζεται !

Στο ευρύτερο πλαίσιο απαξίωσης της ΔΕΗ εντάσσεται η απόφαση της κυβέρνησης να επιβάλει στη ΔΕΗ να πουλάει ρεύμα στη βιομηχανία σε τιμές κάτω του κόστους και μάλιστα χωρίς κανένα όρο στους βιομηχάνους.

Πρόκειται για βαθιά ταξική επιλογή, η οποία θα συμβάλει στην περαιτέρω υποβάθμιση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού με στόχο την εκποίησή της. Στόχο που εξυπηρετούν με τις επιλογές και την ανάταση του χεριού τους σε όλα τα αντιδραστικά νομοσχέδια όλοι οι βουλευτές της συγκυβέρνησης, οι οποίοι όμως μετά επιδίδονται σε ακροβατισμούς, για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις.  

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντίθετα από τους κυβερνώντες, υποστηρίζει σταθερά ότι είναι αναγκαία και δυνατή η μείωση του κόστους ενέργειας, ώστε όλα τα νοικοκυριά να έχουν πρόσβαση στο κοινωνικό αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και οι επιχειρήσεις να έχουν φθηνό ρεύμα.

Η μείωση του κόστους ενέργειας απαιτεί όμως ριζικά διαφορετική ενεργειακή πολιτική από τη σημερινή. Απαιτεί ανατροπή της νεοφιλελεύθερων πολιτικών της απελευθέρωσης της ενέργειας και εκπόνηση ενός εθνικού ολοκληρωμένου ενεργειακού σχεδίου, που θα αντιλαμβάνεται την ενέργεια ως κοινωνικό αγαθό και όχι ως εμπόρευμα, που θα βάλει «στοπ» στα σχέδια της κυβέρνησης για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και θα επιδιώξει τον Δημόσιο χαρακτήρα της επιχείρησης στην κατεύθυνση της 100% Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού.

Στις σημερινές συνθήκες βαθιάς ύφεσης και υπερλιτότητας, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει άμεσα και έκτακτα μέτρα μείωσης του κόστους ενέργειας. Μέτρα για φθηνό ρεύμα στον λαό και τις επιχειρήσεις και δωρεάν παροχή 3.600 KWH το χρόνο σε όσους πολίτες βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας, λόγω των αντιλαϊκών μνημονιακών πολιτικών.

Η αναγκαία μείωση του ενεργειακού κόστους και στη Βιομηχανία δεν μπορεί να γίνει όμως σε καμία περίπτωση σε βάρος της βιωσιμότητας της ΔΕΗ, διότι η στήριξη της βιομηχανίας με όρους και προϋποθέσεις είναι υποχρέωση του κράτους και όχι της ΔΕΗ, η οποία δεν μπορεί να πουλάει ενέργεια κάτω του κόστους

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ΔΕΗ ελέγχει μόνο το 30% του ενεργειακού κόστους, ενώ το υπόλοιπο 70% βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης, οι πολιτικές της οποίας είναι υπεύθυνες για το υψηλό του κόστος.

Επομένως η κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει και να μειώσει το υπόλοιπο 70% του ενεργειακού κόστους. Πώς;

Η μείωση μπορεί να γίνει με την άμεση κατάργηση των επιδοτήσεων που παίρνουν οι ιδιώτες μεγαλοπαραγωγοί ρεύματος από Φ.Α. (κατάργηση του Μηχανισμού Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους, κατάργηση των Αποδεικτικών Διαθεσιμότητας Ισχύος ή τουλάχιστον ως κατεπείγον μέτρο μπορεί να ληφθεί η κατάργηση αναδρομικά από 01/09/13 του διπλασιασμού των ΑΔΙ), την κατάργηση Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο Πετρέλαιο και Φ.Α. που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ρεύματος, την αναστολή πληρωμής τέλους ρύπων και την αλλαγή του τρόπου εισόδου στην ημερήσια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να μπαίνουν πρώτες στο σύστημα και κατά σειράν οι φθηνότερες μορφές ενέργειας.

Η μείωση του ενεργειακού κόστους προϋποθέτει πρώτα απ΄ όλα σύγκρουση με τα συμφέροντα των ιδιωτών που έχουν τις μονάδες παραγωγής ρεύματος από Φ.Α. και οι οποίοι επιδοτούνται πλουσιοπάροχα και διαχρονικά από όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων 10 χρόνων εις βάρος των καταναλωτών και της οικονομίας.

Προϋποθέτει μια άλλη πολιτική που θα αναδιανέμει το συνολικό πλούτο προς όφελος των εργαζομένων και θα υπηρετεί την ανάπτυξη και το κοινωνικό κράτος.

Η μείωση της τιμής του ρεύματος στην ενεργοβόρο βιομηχανία δεν μπορεί να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις που να διασφαλίζουν τους εργαζόμενους και αυτοί είναι:

α) Άρση των διαθεσιμοτήτων και διακοπή της διαδικασίας των επικείμενων ομαδικών απολύσεων

β) καμία απόλυση στο μέλλον, καμία μείωση των μισθών και επιδομάτων των εργαζομένων  και

γ) αύξηση των θέσεων εργασίας.

Γενικότερα απαιτείται ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική, κλαδικές πολιτικές και συνολική πολιτική μείωσης του κόστους ενέργειας.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν κοινό αγώνα για ανατροπή των μνημονιακών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Ο αγώνας κατά των ιδιωτικοποιήσεων δεν είναι ένας αγώνας οπισθοφυλακής για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων.

Είναι ένας αγώνας δημιουργίας προϋποθέσεων για ένα διαφορετικό μέλλον, προκειμένου να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία, τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που θα δίνει σε μια κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας και λαϊκής ενότητας της αριστεράς, ένας ριζικά ανασυγκροτημένος δημόσιος τομέας – στον οποίο θα συμπεριλαμβάνονται και οι κρατικές τράπεζες -.  Για αναστροφή της καταστροφικής πορείας και έξοδο απ΄ την κρίση με σταδιακή αύξηση της απασχόλησης στο πλαίσιο μιας ολόπλευρης παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Άρθρο της Ευγενίας Ουζουνίδου, βουλευτή του  ΣΥΡΙΖΑ Π.Ε. Κοζάνης.

Σχολιάστε