Π. Κουκουλόπουλος: «Να αποφύγουμε τη δημιουργία ολιγοπωλίων με την απελευθέρωση των επαγγελμάτων»

Την ανάγκη να δοθεί η μεγαλύτερη δυνατή προσοχή κατά την απελευθέρωση των διαφόρων επαγγελμάτων χωρίς να στηθεί ένας ανούσιος καβγάς ανάμεσα στο αν πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι σε παλαιού τύπου προστασίες επαγγελμάτων από τη μια, και από την άλλη στη συλλήβδην και άνευ όρων απελευθέρωση, διότι έτσι κινδυνεύουμε να βρεθούμε πολύ γρήγορα αντιμέτωποι με φαινόμενα υπερσυγκέντρωσης ολιγοπωλιακού χαρακτήρα σε όλα τα επαγγέλματα. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι να οδηγηθούμε απλώς σε «αναδιανομή υπέρ των ολίγων και ισχυρών», ενώ εκείνο που προέχει είναι να δημιουργήσουμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις και συνθήκες για να προχωρήσει και να αναπτυχθεί και πάλι ο κορμός της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας,  που είναι ο κλάδος των επιτηδευματιών. Κάτι που χρειάζονται όχι μόνο οι ήδη υπάρχοντες αλλά, κυρίως, οι νέοι που θέλουν να ενταχθούν σ΄ αυτό τον κλάδο.
    
Αυτά τόνισε μεταξύ άλλων ο βουλευτής της Π.Ε. Κοζάνης Πάρις Κουκουλόπουλος μιλώντας απ΄ το βήμα της Βουλής (25/6/2013) ως ειδικός αγορητής του ΠΑΣΟΚ στο Νομοσχέδιο του Υπ. Οικονομικών  «Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ, ρύθμιση θεμάτων της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αναμόρφωση Οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και άλλες διατάξεις».
    
Στην ομιλία του ο κ. Κουκουλόπουλος ανέφερε τα εξής:   

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στη σημερινή επί της αρχής συζήτηση του νομοσχεδίου θα τοποθετηθώ στα τρία πρώτα μέρη, δηλαδή από το άρθρο 1 έως και 61. Για τις λοιπές διατάξεις που περιλαμβάνονται στο τέταρτο μέρος θα μιλήσω αύριο στη συζήτηση επί των άρθρων. Αυτός είναι και ο χαρακτήρας του νομοσχεδίου. Έχει τρία ολοκληρωμένα κεφάλαια και ένα τέταρτο κεφάλαιο-τέταρτο μέρος με λοιπές διατάξεις.

Στο πρώτο μέρος και συγκεκριμένα από τα άρθρα 1 ως 25 εισάγεται στην ελληνική νομοθεσία συγκεκριμένη κοινοτική Οδηγία που αναφέρεται στη διοικητική συνεργασία των κρατών-μελών στον τομέα της φορολογίας, δηλαδή στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Η πρώτη παρατήρηση που θέλω να κάνω, κάτι που συνάγεται από την απλή ανάγνωση των άρθρων, είναι πως η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στις μέρες μας δεν είναι μια απλή εσωτερική υπόθεση οποιουδήποτε κράτους όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και γενικότερα. Η παγκοσμιοποίηση, συνώνυμο ουσιαστικά της απόλυτης ελευθερίας στη διακίνηση κεφαλαίου, επέφερε σοβαρό πλήγμα στα φορολογικά έσοδα, ιδιαίτερα μάλιστα στις αναπτυγμένες χώρες, δηλαδή είναι μια κατάσταση των τελευταίων τριάντα-τριανταπέντε ετών.

Μάλιστα, σοβαρές σχολές σκέψης, όπως αυτή της Φρανκφούρτης, ακριβώς σε αυτήν την εξέλιξη αποδίδουν τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, που ήταν το μεγάλο καμάρι, το μεγάλο επίτευγμα της Ευρώπης μεταπολεμικά. Η μείωση των φορολογικών εσόδων επέδρασε αρνητικότατα στις κοινωνικές δαπάνες. Κατά συνέπεια, το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να αναλωνόμαστε σε άγονες συζητήσεις ή τυπικές συζητήσεις στη Βουλή προς άγραν εντυπώσεων.

Δεύτερη παρατήρηση. Η συγκεκριμένη Κοινοτική Οδηγία, όπως και η ανάλογη του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΟΣΑ, που πριν από λίγες εβδομάδες κυρώσαμε στη Βουλή, έρχονται πολύ καθυστερημένα. Με απλά λόγια, τα κράτη και οι υφιστάμενοι θεσμοί διεθνούς συνεργασίας τρέχουν ασθμαίνοντας πίσω από τις αγορές.

Οι ελπίδες που γεννήθηκαν με την κατάρρευση της Lehman Brothers πριν από πέντε χρόνια για την ολική επαναφορά του κράτους και την κυριαρχία του πάνω στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις των αγορών, του κεφαλαίου και των τραπεζών έχουν, δυστυχώς, ήδη διαψευσθεί. Μάλιστα, η Ευρώπη που υφίσταται, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, σοβαρότατο κλονισμό απ’ αυτήν την εξέλιξη βρίσκεται, δυστυχώς, στην πρωτοπορία των αδιέξοδων μονεταριστικών πολιτικών και επιλογών. Αυτά για όσους έχουν ακόμη απορίες για το σκληρό πρόγραμμα που επιβλήθηκε στην Ελλάδα και υλοποιείται εδώ και τρία χρόνια.

Μετά απ’ αυτές τις δύο παρατηρήσεις, γεννιέται ένα ερώτημα. Αν και καθυστερημένη και ενδεχομένως, όπως ήδη υπαινίχθηκα, ελλιπής η συγκεκριμένη Οδηγία, παρ’ όλα αυτά έρχεται να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην προσπάθεια καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, η οποία έχει καταστεί σύνθετη υπόθεση στις ημέρες μας.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι. Τι σημαίνει «καταψηφίζω» σε ένα Κοινοβούλιο κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Αν κάποιος πιστεύει ότι μόνοι μας, έξω από την Ευρώπη, μπορούμε καλύτερα, τότε είναι ειλικρινής, έντιμος και καθαρός. Παρ’ όλα αυτά, βέβαια, δεν παύει να βλέπει λάθος τα πράγματα. Η απομόνωση δεν είναι στις ημέρες μας η σοφότερη επιλογή και διαχρονικά, για τον ελληνισμό, η λογική της απομόνωσης υπήρξε καταστροφική. Αν κάποιος, όμως, καταψηφίζει γιατί η συγκεκριμένη Οδηγία είναι ελλιπής και δεν τον καλύπτει πολύ απλά δεν είναι ειλικρινής ή διαφορετικά, εάν είναι ειλικρινής, είναι εκτός τόπου και χρόνου.

Οι κανόνες της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σαφείς και συγκεκριμένοι. Ό,τι δεν μας βρίσκει σύμφωνους παλεύουμε να το αλλάξουμε. Αναζητούμε συμμαχίες, δουλεύουμε μεθοδικά, για να βελτιωθούν οι όροι που κάθε φορά διέπουν τη συμμετοχή μας στην Ευρώπη. Αυτός είναι ο κανόνας. Το να δηλώνουμε Ευρωπαίοι, όταν μας αρέσει και να εξαπολύουμε μύδρους, όταν δεν μας αρέσει, σημαίνει είτε άγνοια είτε υποκρισία.

Το συνηθίζουμε αυτό στην Ελλάδα. Τρία χρόνια τώρα στις λεγόμενες «αντιμνημονιακές δυνάμεις» υπάρχουν πολλοί που λένε «ναι» στην Ευρώπη, αλλά «όχι» στις πολιτικές της. Αναφέρομαι, φυσικά, κυρίως στην Αξιωματική Αντιπολίτευση, που γράφει τη δική της ιστορία –είναι αλήθεια- για το πώς μπορούμε να συμμετέχουμε στην Ευρώπη αλά καρτ.

Βέβαια, πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία έδωσε το δικό της δείγμα γραφής, αγνοώντας το δημοκρατικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τους αντιδημοκρατικούς χειρισμούς στο θέμα της ΕΡΤ.

Για εμάς, το ΠΑΣΟΚ, τέτοιες αμφιθυμίες και τέτοια διλήμματα δεν υπάρχουν. Ξέρουμε πολύ καλά σε ποια Ευρώπη συμμετέχουμε, γιατί την όρισε με σαφήνεια σε αυτή την Αίθουσα ο ιδρυτής μας, ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου, πριν από είκοσι ένα χρόνια, όταν ψηφιζόταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ, όπου είπε με καθαρότητα και σαφήνεια ότι οικοδομείται σήμερα η Ευρώπη του κεφαλαίου και των τραπεζών, αλλά αυτός είναι ο δρόμος για την Ελλάδα και αυτό που πρότεινε ήταν πώς θα παλέψουμε για να αλλάξουμε αυτούς τους όρους.

Ξέρουμε, επίσης, εξίσου καλά τις επικρατούσες αντιλήψεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις οποίες πληρώνουμε με βαρύ τίμημα και γι’ αυτό αγωνιζόμαστε για να τις αλλάξουμε με τη μόνη δύναμη που αγωνίζεται γι’ αυτό και αναφέρομαι στους ευρωσοσιαλιστές και τις δυνάμεις του σοσιαλιστικού Νότου.

Με αυτή την οπτική και με αυτές τις παρατηρήσεις προτείνουμε την υπερψήφιση των άρθρων 1 έως 25 και την ενσωμάτωση της Κοινοτικής Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο και όχι απλώς και μόνο επειδή έχει το χαρακτήρα να είναι υποχρεωτική, επειδή δεν έχουμε δηλαδή τη δυνατότητα παρά να την υιοθετήσουμε ή να την απορρίψουμε ως έχει. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της.   

Περνάω στο δεύτερο μέρος, στα άρθρα 26 έως 38. Με τα άρθρα του δεύτερου μέρους του νομοσχεδίου επέρχονται αλλαγές και βελτιώσεις στη λειτουργία της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, την ΕΛΤΕ. Οι παρατηρήσεις μας έχουν ήδη ενσωματωθεί στα άρθρα και αυτό το οποίο νομοθετείται είναι σε θετική κατεύθυνση, γι’ αυτό και υπερψηφίζουμε τα σχετικά άρθρα του δεύτερου μέρους.

Η απλή ανάγνωση, ωστόσο, των άρθρων του δεύτερου μέρους αλλά και η ακρόαση των φορέων κυρίως κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας στην Επιτροπή Οικονομικών ανέδειξε ένα σοβαρό ζήτημα. Η διενέργεια ελέγχου στις εταιρείες πάσης μορφής και ιδιαίτερα στις ανώνυμες, έχει καταστεί μια ιδιαίτερα σύνθετη και επίπονη διαδικασία.

Ορθός και επαρκής έλεγχος σημαίνει διαφάνεια και καλό κλίμα για επενδυτές. Η αποτελεσματική εποπτεία επί των νομίμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων είναι από αυτήν την άποψη επιβεβλημένη, έτσι ώστε να διενεργούν ελέγχους αυτοί που πραγματικά ανταποκρίνονται με επάρκεια στις ανάγκες της διαδικασίας ελέγχου.

Ακριβώς εδώ όμως εστιάζεται και το πρόβλημα, εδώ προκύπτει. Ολοένα πιο σύνθετες ανάγκες οδηγούν αυτούς που ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του ελεγκτή σε ολοένα περισσότερες απαιτήσεις. Οι πιστοποιημένοι ανεβάζουν διαρκώς δηλαδή επίπεδο αναφοράς, με αποτέλεσμα οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά ή οι μικροί, αν θέλετε, να μεγαλώνουν κάθε μέρα την απόστασή τους από τις απαιτήσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί. Αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Αυτό το φαινόμενο το συναντάμε και σε πολλούς άλλους κλάδους, πανεπιστημιακής κυρίως εκπαίδευσης, και συνιστά πρόβλημα, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των επαγγελμάτων.

Οι νέοι και οι μικροί ολοένα περισσότερο επισημαίνουν ότι σε μια σειρά δραστηριοτήτων παρατηρούνται χαρακτηριστικά υπερσυγκέντρωσης ολιγοπωλιακού χαρακτήρα. Αυτό είναι το ζήτημα. Αυτό όμως δεν λέγεται απελευθέρωση, αλλά στη νεοελληνική λέγεται «αναδιανομή υπέρ των ολίγων και ισχυρών».

Πρέπει να χτυπήσουν όχι κουδούνια, κύριε Υπουργέ, αλλά καμπάνες. Απαιτούνται σοβαρές προσπάθειες υποβοήθησης των επαγγελματικών αυτών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα στους νεοεισερχόμενους, με τη μορφή κατάρτισης αλλά και ενίσχυσης συνεταιριστικών-συνεργατικών μορφών άσκησης των επαγγελμάτων.

Είναι από τα κρισιμότερα ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας αυτό στο οποίο αναφέρομαι, κατά τη γνώμη μου, γιατί ο πυρήνας και η καρδιά αυτού που λέμε «απελευθέρωση επαγγελμάτων» αναφέρεται σε ό,τι σχετίζεται με το επιτήδευμα και οι επιτηδευματίες στην Ελλάδα είναι περίπου δύο εκατομμύρια. Σε προβολή με τις οικογένειές τους είναι κατ’ ουσίαν το μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ένα τμήμα που έχει τα προβλήματά του με τη φοροδιαφυγή, αλλά δεν παύει να είναι το κατά τεκμήριο δυναμικότερο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Είναι η ελληνική ιδιαιτερότητα σε ό,τι αφορά την κοινωνικοικονομική μας οργάνωση και διάρθρωση.

Δεν είναι η μεγάλη μας ιδιαιτερότητα το κράτος, επειδή αυτό έχουν αποφασίσει τα κανάλια που αναπαράγουν με ευκολία και επιπολαιότητα την ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού εδώ και είκοσι χρόνια. Έχουμε τα προβλήματά μας με αυτό το κράτος, αλλά η ύπαρξη αυτού του τομέα των επιτηδευματιών, δηλαδή η ατομική άσκηση επαγγέλματος από δυο περίπου εκατομμύρια Έλληνες είναι η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα -διαφορά αν θέλετε- που έχουμε από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, μια από τις μεγαλύτερες ίσως, για να είμαι ακριβέστερος.

Εάν δεν προσέξουμε και μείνουμε σε ένα στερεότυπο, όπου θα απελευθερώνεται το ένα επάγγελμα πίσω από το άλλο, και έχουμε έναν καβγά από τη μια να μείνουμε προσκολλημένοι σε παλαιού τύπου προστασίες επαγγελμάτων και από την άλλη σε συλλήβδην, άνευ όρων απελευθέρωση, κινδυνεύουμε να βρεθούμε πολύ γρήγορα αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο υπερσυγκέντρωσης ολιγοπωλιακού χαρακτήρα, όπως είπα, σε όλα τα επαγγέλματα. Αυτό βέβαια δεν λέγεται απελευθέρωση, αλλά αναδιανομή, ξανατονίζω.                

Κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά αναδείχθηκαν πάρα πολύ καλά στη διαδικασία ακρόασης των φορέων που είχαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην Επιτροπή.

Και ολοκληρώνω, όπως είπα, με το τρίτο μέρος, με τα άρθρα 39 έως 61, τα οποία και αναφέρονται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αποτελεί διαχρονικά ένα από τα νευραλγικότερα κομμάτια του ελληνικού δημοσίου, αφού αποστολή του είναι η διασφάλιση της νομιμότητας και της διαφάνειας στις ενέργειες της δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για μία απαίτηση που σήμερα έρχεται να ενισχυθεί, γιατί ανταποκρίνεται στη δίκαιη απαίτηση των πολιτών για ολοένα και μεγαλύτερη διαφάνεια και νομιμότητα. Από την άλλη έχουμε τη συμμετοχή μας στα διεθνή fora και κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εισάγουμε κάθε τρεις και λίγο –διαρκώς- ευρωπαϊκή νομοθεσία στο ελληνικό δίκαιο και φυσικά υπάρχουν οι αυξημένες απαιτήσεις με σύνθετα νομοθετήματα που προκύπτουν από το γεγονός ότι η χώρα μας βρίσκεται σε πρόγραμμα υπό διεθνή έλεγχο. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Όλες αυτές οι παρατηρήσεις που έκανα, δηλαδή η ανάγκη για διαφάνεια και νομιμότητα, η συμμετοχή μας στα διεθνή fora και η συμμετοχή της χώρας σε πρόγραμμα υπό διεθνή έλεγχο, με σύνθετες ανάγκες, καθιστούν επιτακτική ανάγκη την ενίσχυση της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τα άρθρα 39 έως 61 κινούνται σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και τα υπερψηφίζουμε».

Σχολιάστε