Top 10… 10άρια!

Όπως κάθε Κυριακή, το gazzetta.gr παρουσιάζει τις επιλογές του για τους 10 κορυφαίους ανά θέση στο ποδόσφαιρο. Σειρά έχουν τα καθαρόαιμα 10άρια…

Το θέμα σηκώνει πολλή κουβέντα. Το 10 είναι μικρό νούμερο για να τους χωρέσεις όλους όσους  έχεις στην κούτρα σου. Αυτό όμως είναι που το καθιστά ξεχωριστό. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι το 10 το καλό, μα οι 10… οι καλύτεροι. Η αρχή έγινε με τους τερματοφύλακες, ακολούθησαν οι αριστεροί και δεξιοί αμυντικοί, οι στόπερ, οι λίμπερο (σέντερ μπακ), οι αμυντικοί μέσοι (κόφτες), οι πολυσύνθετοι μέσοι (box to box), οι επιθετικοί μέσοι και τώρα σειρά παίρνουν τα 10άρια. Εμείς επιχειρούμε μια –υποκειμενική– αξιολόγηση για τους κορυφαίους σε όλες τις θέσεις του ποδοσφαίρου…

Στο λεξικό του ποδοσφαίρου ως επιτελικός μέσος ορίζεται εκείνος που κατά βάση κινείται στον άξονα και σκοπός του παιχνιδιού του είναι να συνδέσει το μεσαία γραμμή με την επίθεση. Μπορεί κατά συνθήκη να γίνει box to box, μεσοεπιθετικός ή ακόμα και περιφερειακός επιθετικός. Πρωταρχικό του μέλημα είναι το να δημιουργήσει, εν συνεχεία να σκοράρει και από το μυαλό του προφανώς απουσιάζει οποιαδήποτε σκέψη για να βοηθήσει ανασταλτικά.

Πρόκειται για τα γνήσια παλαιάς κοπής 10άρια. Η πιο λατρεμένη θέση που για κάποιο… σατανικό λόγο πλέον απουσιάζει από το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Παίκτες που έχουν φυσική ροπή προς το γκολ. Συνδυάζουν οξυδέρκεια, ασίστ, σουτ από μέση ή μακρινή απόσταση, ακόμα και εκτέλεση φάουλ και εννοείται 20άρες και 40άρες μαγικές μπαλιές ακριβείας.

Αλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο (ανάλογα και με τις επιταγές της εκάστοτε ποδοσφαιρικής εποχής), οι 10 της δικής μας λίστας τίμησαν με αυτό τον τρόπο το παντεσπάνι τους. Η επιλογή έγινε με τα παραπάνω κριτήρια υπό την προϋπόθεση βέβαια της συμβολής τους στην κατάκτηση τίτλων.

10. ΑΛΕΣΑΝΤΡΟ ΝΤΕΛ ΠΙΕΡΟ
Πιντουρίκιο, Μεγαλέξανδρος και ένα σωρό ονομασίες του έχουν αποδώσει οι οπαδοί της Γιουβέντους. Αλλωστε ο επί 19 χρόνια πιστός παίκτης της Γηραιάς Κυρίας είναι πρώτος και καλύτερος σε όλες τις λίστες του συλλόγου (γκολ και συμμετοχές σε Ιταλία και Ευρώπη). Ο Ντελ Πιέρο είναι ο μοναδικός αυτής της λίστας που δεν υπήρξε καθαρόαιμο 10άρι. Είναι περισσότερο αυτό που οι Ιταλοί αποκαλούν «trequartista» για να οριοθετήσουν την ελεύθερη θέση μπροστά από το 10άρι και πίσω από τον επιθετικό, όταν όμως εκεί δεν βρίσκεται ένας καθαρόαιμος επιθετικός, αλλά κάποιος σαν τον Τότι, τον Μπάτζιο, τον Ντελ Πιέρο, τον Κακά κτλ. Με την αγαπημένη του Γιου΄βε κατέκτησε τα πάντα: Επτά πρωταθλήματα (τα δύο του αφαιρέθηκαν εξαιτίας του Calciopoli), ένα Κύπελλο, τέσσερα Σούπερ Καπ Ιταλίας και ένα Ευρώπης (1996). Εκείνη την χρονιά πήρε και το Τσάμπιονς Λιγκ και το Διηπειρωτικό, ενώ γεύτηκε και δύο ήττες σε τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ από τη Ντόρτμουντ (1997) και τη Μίλαν (2003). Κια με την Εθνική Ιταλίας όμως έφτασε στην κορυφή με το Μουντιάλ του 2006, ενώ το 2000 εάν δεν είχε αστοχήσει εξ επαφής, λογικά δεν θα είχε χάσει από τη Γαλλία στον τελικό του EURO. Το κορυφαίο ωστόσο, που έχει κάνει είναι πως μετά το Μουντιάλ, ακολούθησε τη Γιούβε στη Σέριε Β”, όπου ως πρώτος σκόρερ της λίγκας, την προβίβασε άμεσα.

9. ΓΚΙΝΤΕΡ ΝΕΤΣΕΡ
Από τους σημαντικότερους πασέρ στην ιστορία του αθλήματος. Βρέθηκε στο ξεκίνημα της μεγάλης Γκλάντμπαχ (μαζί με τους Γιουπ Χάινκες, Μπέρτι Φογκτς), οδηγώντας την σε δύο σερί πρωταθλήματα (πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο στη Μπουντεσλίγκα), ένα Κύπελλο και έναν χαμένο τελικό UEFA (1973). Το 1973, όταν η Μπαρτσελόνα απέκτησε τον Γιόχαν Κρόιφ, αποτέλεσε την απάντηση του Σαντιάγο Μπερναμπέου που τον πήρε στη Ρεάλ. Με τους Μαδριλένους πήρε δύο πρωταθλήματα και ισάριθμα Κύπελλα. Η διορατικότητα στο παιχνίδι του ήταν εκπληκτική, αλλά παραδόξως με την Εθνική Γερμανίας δεν έκανε σπουδαία πράγματα. Αυτό οφείλεται στην κόντρα του με τον Φραντς Μπεκενμπάουερ που τότε ως αρχηγός της Μπάγερν και των Πάντσερ έλυνε και έδενε και στη Νασιονάλμασαφτ. Ετσι βρισκόταν συχνά πυκνά εκτός αποστολή ή στον πάγκο αναπληρωματικός του Βόλφγκανγκ Οβερατ. Ακόμα και έτσι όμως ο κορυφαίος Γερμανός για to 1972 και το 1973 πανηγύρισε ένα EURO (1972) και ένα Μουντιάλ (1974).

8. ΧΟΥΑΝ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΣΚΙΑΦΙΝΟ
Υπήρξε ο πρώτος μοντέρνος επιτελικός μέσος που έπαιξε όπως τα 10άρια των τριών ακόλουθων 10ετιών. Εχει ψηφιστεί από τους συμπατριώτες του ο κορυφαίος Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής. Η μεγαλύτερη στιγμή του ήταν όταν στον τελικό του Μουντιάλ του 1950 ισοφάρισε το γκολ του Φριάσα. Ο Γκίτζια έκανε το 2-1 και η Σελέστε κατέκτησε τον δεύτερο παγκόσμιο τίτλο της, νικώντας τη Βραζιλία και στο «Μαρακάνα» (σ.σ.: το περίφημο Μαρακανάσο, όπως το αποκαλούν οι Βραζιλιάνοι). Τότε έπαιζε ακόμα στην Πενιαρόλ, με την οποία στέφτηκε τέσσερις φορές πρωταθλητής, για να μετακομίσει στη Μίλαν. Με τους Ροσονέρι πρόσθεσε ακόμα τρία πρωταθλήματα, ενώ αγωνίστηκε και στον χαμένο τελικό (3-2 από τη Ρεάλ) του Πρωταθλητριών το 1958. Εκλεισε την καριέρα του με τη Ρόμα και το Κύπελλο Εκθέσεων (1961), δηλαδή τον πρόγονο του UEFA.

7. ΓΚΕΟΡΓΚΕ ΧΑΤΖΙ
Οταν το 1986 η Στεάουα Βουκουρεστίου έκανε την τεράστια έκπληξη και κατακτούσε το Πρωταθλητριών κόντρα στη Μπαρτσελόνα, στη Ρουμανία το πρωτάθλημα κατέληγε σε κάποια Σπορτούλ Στουντεντέσκ. Ηγέτης της ήταν ο Χάτζι που από το 1983 ήταν διεθνής (μέχρι και το 2000)! Ευνόητο ήταν λοιπόν το ότι τον αγόρασε η Στεάουα, με την οποία συνέχισε με τρία σερί νταμπλ, το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και έναν χαμένο τελικό Πρωταθλητριών (1989 από τη Μίλαν). Τα κατορθώματα του (πρώτος σκόρερ στο Πρωταθλητριών του 1988) τον έστειλαν στη Ρεάλ (ισπανικό Σούπερ Καπ 1990) και το 1994 έγινε ένας από τους ελάχιστους ξένους που έχουν παίξει και στους δύο μεγάλους της Ισπανίας (με τη Μπάρτσα πήρε επίσης ένα Σούπερ Καπ). Παραδόξως τα καλύτερα του έζησε με τη Γαλατάσαραϊ. Τέσσερα πρωταθλήματα (τα δύο νταμπλ), δύο Σούπερ Καπ Τουρκίας και τα καλύτερα όλων το 2000 με το UEFA κόντρα στην Αρσεναλ και το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στη Ρεάλ. Ο κορυφαίος Ρουμάνος όλων των εποχών (επτά φορές καλύτερος παίκτης) που οι δικοί του τον αποκάλεσαν «Μαραντόνα των Καρπαθίων», τα πήγε καλά και με την Εθνική, με την οποία έπαιξε σε τρία Μουντιάλ και τέσσερα EURO. Πιο σημαντική στιγμή του ήταν το 1994 στις Η.Π.Α., όπου οδήγησε τη Ρουμανία στα προημιτελικά, πέτυχε μία γκολάρα από 40 μέτρα με την Κολομβία και βρέθηκε στην 11άδα της διοργάνωσης.

6. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ ΜΑΤΣΟΛΑ
Εχθροί και φίλοι την θεωρούσαν την κορυφαία ομάδα των πρώτων χρόνων που ακολούθησαν τον Β” Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν η Grande Torino (σ.σ.: Μεγάλη Τορίνο) των πέντε πρωταθλημάτων σε επτά χρόνια (1942-1949), όσα χρόνια δηλαδή βρέθηκε στις τάξεις της ο μεγάλος αρχηγός. «Εκείνος είναι η μισή ομάδα και όλοι οι υπόλοιπη η άλλη μισή», συνήθιζε να λέει ο συμπαίκτης του Μάριο Ριγκαμόντι. Δυστυχώς, μαζί με όλη την αποστολή (συμπαίκτες, προπονητικό τιμ) το τέλος εκείνης της ιστορικής ομάδας ήταν τραγικό, καθώς έπεσε το αεροπλάνο στο λόφο της Σουπέργκα και σκοτώθηκαν όλοι πλην ενός. Ηταν 30 ετών και εκείνος που είχε οργανώσει το ταξίδι για το φιλικό με τη Μπενφίκα στη Λισσαβόνα. Το πλέον χαρακτηριστικό στο παιχνίδι του συνέβαινε όταν η ομάδα δεν έπαιζε καλά. Στο τελευταίο τέταρτο σήκωνε τα μανίκια του. Αυτό ήταν το σύνθημα ότι έπρεπε να τα δώσουν όλα. Και για έναν απίστευτο-ανεξιχνίαστο λόγο, το κόλπο έπιανε… Την παράδοση της οικογένεια συνέχισε ο γιος του Σάντρο Ματσόλα που μεγαλούργησε με την Ιντερ.

5. ΤΖΙΑΝΙ ΡΙΒΕΡΑ
Ηταν μόλις 16 όταν έκανε ντεμπούτο στη Σέριε Α με την Αλεσάντρια και τον αγόρασε η Μίλαν ως αντικαταστάτη του μεγάλου Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο. Τελικά είχαν δίκιο γιατί εκείνος ο πιτσιρικάς εξελίχτηκε στο «Χρυσό Αγόρι» του ιταλικού ποδοσφαίρου. Σε 19 χρόνια (1960-’79) με τους Ροσονέρι γεύτηκε τα πάντα. Τρία πρωταθλήματα, τέσσερα Κύπελλα, δύο Πρωταθλητριών (1963, 1969), ένα Διηπειρωτικό (1969), δύο Κυπελλούχων (1968, 1973), ενώ έπαιξε και σε έναν ακόμα χαμένο τελικό στο Κυπελλούχων (1974). Ολα αυτά είχαν ως συνέπεια και τη διεθνή αναγνώριση που του απέφερε την Χρυσή Μπάλα το 1969 και την Ασημένια το 1963. Και με την Εθνική Ιταλίας όμως έκανε σπουδαία πράγματα. Πρωταθλητής Ευρώπης το 1968 και δεύτερος στον κόσμο το 1970. Συνολικά έπαιξε σε τέσσερα Μουντιάλ και σε αυτό του Μεξικού, πρωταγωνίστησε στον τεράστιο ημιτελικό με τη Δυτική Γερμανία, γνωστό και ως ματς του αιώνα, όπου με δικό του γκολ στην παράταση η Σκουάντρα Ατζούρα νίκησε 4-3.

4. ΖΙΚΟ
Κάποτε ο Πελέ είπε πως: «Ο Ζίκο είναι ό,τι πιο κοντινό έχει υπάρξει σε μένα». Ισως και γι αυτό να τον αποκάλεσαν «Λευκό Πέλέ». Το αγγλικό περιοδικό «World Soccer» τον έχει τοποθετήσει 10ό στη λίστα με τους κορυφαίους όλων των εποχών. Ηταν εκείνος που επινόησε τα φάουλ-μπανάνα και οι ατομικές διακρίσεις του στη Βραζιλία είναι αναρίθμητες, ενώ το 1983 η FIFA τον εξέλεξε καλύτερο παίκτη της χρονιάς. Δυστυχώς για εκείνον, τη δεκαετία του ’70 δεν υπήρχε ενιαίο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα για να σαρώσει τους τίτλους με τη Φλαμένγκο. Οταν δημιουργήθηκε, με τη Φλα πήρε τέσσερις τίτλους σε οκτώ χρόνια (1980-’87), ένα Κόπα Λιμπερταδόρες και ένα Διηπειρωτικό (1981). Και εκεί που περίμενε κανείς να τον δει σε κάποιον μεγάλο σύλλογο της Ευρώπης, εκείνος έριξε… χυλόπιτες σε Μίλαν, Γιουβέντους, Ρόμα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο το 2003 βρέθηκε στην ταπεινή Ουντινέζε. Τον πρώτο χρόνο του εκεί απέδειξε το τεράστιο ταλέντο του με 19 γκολάρες, αλλά την επόμενη σεζόν ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς. Το 1982 βρέθηκε στη δεύτερη πιο ταλαντούχα Βραζιλία όλων των εποχών (μετά από εκείνη του 1970), όπου μαζί με τους Σόκρατες, Φαλκάο, Σερέζο, Ζούνιορ, Εντερ κατάφεραν να αποκλειστούν (3η θέση) από την μετέπειτα τροπαιούχο Ιταλία. Οπως και να χει ο Ζίκο αντιλαμβανόταν το ποδόσφαιρο με όλη την αλαγκρία που μπορεί να έχει το περίφημο jogo bonito.

2. ΜΙΣΕΛ ΠΛΑΤΙΝΙ – ΖΙΝΕΝΤΙΝ ΖΙΝΤΑΝ
Η στήλη μπορεί να έχει λατρεία για τον Ζινεντίν Ζιντάν, αλλά όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν τα καλά χρόνια του Μισέλ Πλατινί υποστηρίζουν πως ήταν τουλάχιστον ισάξιοι. Οπότε και εμείς επιλέξαμε τη… Σολωμόντεια Λύση της γαλλικής συνύπαρξης στη θέση 2 και αφήσαμε κενή την θέση 3.

Ο,τι και να πεις για τα δύο ιερά 10άρια του γαλλικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου είναι λίγο. Ξεκινώντας από τον Πλατινί, δεν γίνεται να μείνει ασχολίαστο το ότι του απονεμήθηκε τρεις σερί χρονιές (1983, 1984, 1985) η Χρυσή Μπάλα (μόνο ο Φαν Μπάστεν το έχει καταφέρει και μάλλον φέτος ο Μέσι) και το 1980 είχε βγει τρίτος στην ψηφοφορία . Εκείνες τις χρονιές βγήκε και πρώτος σκόρερ στη Σέριε Α με τη Γιουβέντους. Το γκολ το είχε πιο εύκολα από τον Ζιντάν, ο οποίος όμως ήταν πιο οργανωτικός και έβλεπε καλύτερα γήπεδο.

Οι ατομικές διακρίσεις του Μισέλ είναι αναρίθμητες. Οι συλλογικοί τίτλοι του εξίσου πολλοί: Πρωταθλητής Γαλλίας μία φορά με τη Σεντ Ετιέν και Ιταλίας δύο φορές με τη Γιουβέντους. Με τη Γηραιά Κυρία κατέκτησε επίσης ένα Κύπελλο ένα Πρωταθλητριών (1985), έχασε ένα ακόμα το 1983 από το Αμβούργο, αλλά πήρε ακόμα ένα Κυπελλούχων 1984 και ένα Διηπειρωτικό (1985). Με την Εθνική Γαλλίας πέτυχε επίσης πολύ σπουδαία πράγματα. Μαζί με τους Ζαν Τιγκανά, Αλέν Ζιρές και Ζαν Φερναντές δημιούργησαν το «μαγικό τετράγωνο» που οδήγησε τους Τρικολόρ στην πρώτη διεθνή κατάκτηση τους (EURO 1984), με τον Πλατινί να σκοράρει στον τελικό. Στα Μουντιάλ του 1982 και του 1986 έφτασε την χώρα του στα ημιτελικά, αλλά αποκλείστηκε και τις δύο φορές από τη Δυτική Γερμανία. Μελανή στιγμή του ο έξαλλος πανηγυρισμός του στο νικητήριο πέναλτι (δεν ήταν) στον τελικό του «Χέιζελ». Αργότερα είπε πως δεν ήξερε το μέγεθος της τραγωδίας. Οι περισσότεροι πάντως επέλεξαν να τον θυμούνται για τις απίστευτες εκτελέσεις φάουλ.

Ο Ζιντάν πάλι ήταν μαγικός. Χόρευε με τη μπάλα και είχε μάτια και στην πλάτη. Το 1998 πήρε την Χρυσή Μπάλα, έναν χρόνο αργότερα ήταν τρίτος στην ψηφοφορία και το 2000 δεύτερος πίσω από τον Λουίς Φίγκο. Με τη σειρά του πήγε την Εθνική Γαλλίας ακόμα παραπέρα από τον Πλατινί. Την οδήγησε στο νικητήριο (με δύο δικά του γκολ) Μουντιάλ του 1998 και στον χαμένο τελικό του 2006. Εκεί έβαλε τέλος την καριέρα του με τον χειρότερο τρόπο, την κεφαλιά στο στήθος του Μάρκο Ματεράτσι, αφήνοντας τους Τρικολόρ να παλεύουν με παίκτη λιγότερο. Το 2000 κρέμασε στο στήθος του και το μετάλλιο του πρωταθλητής Ευρώπης. Εγινε γνωστός με τη Μπορντό, παίζοντας στον χαμένο τελικό του UEFA του 1996. Τότε τον πήρε η Γιουβέντους (μόλις είχε σηκώσει το Τσάμπιονς Λιγκ) για να κατακτήσουν παρέα δύο πρωταθλήματα, ένα Σούπερ Καπ Ιταλίας, ένα Ευρώπης (1996) και ένα Διηπειρωτικό (1996). Με τη Γιούβε ήταν σούπερ, την πήγε σε δύο τελικούς Τσάμπιονς Λιγκ (1997, 1998), αλλά γνώρισε ισάριθμες απογοητεύσεις από Ντόρτμουντ και Ρεάλ Μαδρίτης αντίστοιχα. Τελικά το 2001 έγινε Γκαλάκτικο, πηγαίνοντας στους Μαδριλένους, για να πάρει επιτέλους το απωθημένο του Τσάμπιονς Λιγκ το 2002 και μάλιστα με το κορυφαίο βολ πλανέ γκολ της καριέρας του. Με τη Βασίλισσα σήκωσε ακόμα ένα πρωτάθλημα, δύο Κύπελλα, δύο Σούπερ Καπ Ισπανίας, ένα Ευρώπης (2002) και ένα Διηπειρωτικό (2002).

1. ΝΤΙΕΓΚΟ ΑΡΜΑΝΤΟ ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ
Εδώ ταιριάζει απόλυτα το… «ΔΕΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΑΛΛΟ». Μας συγχωρείτε, αλλά ακόμα και η ελληνική γλώσσα φαντάζει τόσο φτωχή για να περιγράψει τον… Θεό!!!!

gazzetta.gr


Σχολιάστε