«Νέφος παλαιού τύπου» στο λεκανοπέδιο της Δυτικής Μακεδονίας

Ένα νέφος με «παλιά ταυτότητα» είναι αυτό που καλύπτει συχνά τα πρωινά το λεκανοπέδιο Κοζάνης – Πτολεμαΐδας τα τελευταία χρόνια. Το λεκανοπέδιο της Δ. Μακεδονίας, γνωστό και ως «ενεργειακή καρδιά της Ελλάδας», πληρώνει υψηλό τίμημα στην ανάπτυξη, αφού κατατάσσεται ως η τέταρτη περιοχή της χώρας με τη χειρότερη ατμόσφαιρα, μετά την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο.

Οι μετρήσεις του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας του ΑΠΘ που γίνονταν επί δύο χρόνια κατά παραγγελία του τότε δημάρχου Δημ. Υψηλάντη έδειξαν ότι η ρύπανση στην περιοχή διαφέρει από αυτή των μεγαλουπόλεων. Και αν δεν υπήρχαν τα ορυχεία και τα ατμοηλεκτρικά εργοστάσια της ΔΕΗ που συμβάλλουν κατά 60% στη ρύπανση, το λεκανοπέδιο Κοζάνης – Πτολεμαΐδας δεν θα διέφερε από άλλες καθαρές περιοχές της χώρας.

Με βάση τις μετρήσεις στους οικισμούς της Ποντοκώμης και του Μαυροδενδρίου η έρευνα διαπίστωσε υπερβάσεις των ορίων της ρύπανσης από αιωρούμενα σωματίδια (PM-10) περίπου 2,5 φορές περισσότερες ημέρες από ό, τι ορίζει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Πέρυσι, δεύτερη χρονιά των μετρήσεων, το ποσοστό μειώθηκε, αλλά οι ημέρες εξακολουθούν να ξεπερνούν τις 70 από τις 35 που θεωρούνται το επιτρεπτό όριο ανά έτος.

Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή του τμήματος Φυσικής κ. Δημήτρη Μελά, στην Ποντοκώμη υπάρχουν πολλές εξορυκτικές δραστηριότητες από τη ΔΕΗ, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον ΑΗΣ Καρδιάς και σε κοντινή απόσταση από την Πτολεμαΐδα στην οποία επίσης καταγράφηκαν υψηλές συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων, όπως και στη Φλώρινα, πόλεις στις οποίες επεκτάθηκε η έρευνα.
Κυκλοφορία, μεταφορές και φυσικό υπόβαθρο με εκπομπές αιωρούμενων σωματιδίων λίγο υψηλότερες από άλλες καθαρές περιοχές είναι οι υπόλοιποι επιβαρυντικοί παράγοντες για ολόκληρο το λεκανοπέδιο. Από υπολογισμούς του εργαστηρίου προέκυψε ότι η περισσότερο επιβαρυμένη σε ρύπους περιοχή είναι αυτή στον οικισμό της Ακρινής, για τον οποίο έχει ήδη αποφασιστεί η μετεγκατάστασή του γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Το λεκανοπέδιο δεν έχει καλή ποιότητα αέρα, αλλά συγκριτικά με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είναι 50% καλύτερη, ανέφερε ο κ. Μελάς, καθώς πρόκειται για δύο από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις της Ευρώπης με μεγάλη πυκνότητα εκπομπών.

Η ιδιαιτερότητα του λεκανοπεδίου Κοζάνης – Πτολεμαΐδας ονομάζεται καπνισμός, ένα φαινόμενο που συναντάται σε περιοχές με ψηλές καμινάδες. Λόγω των καμινάδων οι ρύποι χρειάζονται μεγαλύτερο χρόνο για να φτάσουν στο έδαφος, με αποτέλεσμα τις νυχτερινές ώρες το λεκανοπέδιο να εμφανίζεται καθαρό, αλλά τις πρωινές ώρες λόγω της ατμοσφαιρικής αστάθειας οι ρύποι «κατεβαίνουν εύκολα και γρήγορα στο έδαφος».

Το φαινόμενο του πρωινού καπνισμού, ορατό διά γυμνού οφθαλμού, διαρκεί συνήθως τρεις ώρες το πρωί (8 – 11 π. μ.) και τα αιωρούμενα σωματίδια -προερχόμενα από τους ΑΗΣ- μπορεί να φτάσουν πάνω από έναν οικισμό τα 150 μικρογραμμάρια/κ. μ. αέρα. Οι ειδικοί που έχουν μελετήσει αυτήν την αχλύ και τη σύστασή της την κατατάσσουν «σε νέφος παλιού βιομηχανικού τύπου», ενώ δεν σχετίζεται με τη σύγχρονη ρύπανση αστικού τύπου. Κατά τον κ. Μελά, πρέπει να υπάρξει μια συνολική στρατηγική μείωσης των ρύπων σε όλη την περιοχή. Αυτή μπορεί να γίνει, προσθέτει, με πολλούς τρόπους, αλλά έχει κόστος».

kathimerini

  
eve_kaplanoglou17
 

Σχολιάστε